Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

"και δε σκεφτήκανε οι θεοί να χτίσουνε μια σκάλα"






Είμαι εδώ μαζί σου και θέλω να πάρω αγκαλιά αυτόν το σκύλο που φεύγει με τον άλλο σκύλο
Σε κοιτώ, άνθρωπος με χείλη και βλέμμα ανθρώπινο που κοιτά στο αλλού
Έρχεται ο σκύλος ψάχνοντας το ξεροκόμματο κι εγώ δε ξέρω, έχω το βλέμμα το ανθρώπινο που μόλις πιάνω το στυλό απομακρύνονται όλα ναρκωμένα

Σιδήρου κόκκινο
της Δήμητρας το είναι μου σοδειά
φωτιά γεννιέμαι
δαμάζομαι στο σχήμα

Χύθηκε το κρασί στο γυαλί σου ουρανέ
στης ζωής το πόρισμα
πορεία πόσιμη τα τέσσερα μισά..


Βλέμμα ανθρώπινο, χείλη ανθρώπινα
μορφασμός ερωτικού πόνου
και τουαλέτα ζώου

Σιαγόνων κάθειρξη σε ισόβια τελετή
Ξένοι λοιπόν,
άγνωστοι εραστές φωτογραφίας
Έλα
Ήρθες
τι να σε κάνω;

Δε μπορώ να καταλάβω τι βλέπεις!
Εσύ τι βλέπεις;

Πάρε μου το χαρτί να χαθούμε...
Πάρε το χαρτί και το στιλό απο δώ να χαθούμε..


Να ζήσουμε τη μικρή πραγματικότητα του ορίζοντα
τα σύνορα της σάρκας σπάζοντας
ξεριζώνοντας άπειρο από ένα τετραγωνικό χώρο
με την ευρύτητα της φοράς
Απαστρέπτον μένος των αναπνοών

Αδάμαντα λαγώνια λάλοντα
λόγια απο παράδοξο ξόδεμα
Άδη αφή
εδάφη
ραγισμένα σκαλοπάτια
.... επ' άπειρον
επι πάπυρον...

Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη
Κάθαρση εις μνήμην μάτην
σ' ασύδοτη σύνδεση υπαρχόντων
αρκούμενα εις άρκτου ρέμβη
φτου σκουλικομερμιγκότρυπα
κι ερήμην ρίμες

(fotoart V.Kelaidis)

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

στο άστυ στη στάση







Αχ βρε κομπολογάκι μου!
με ποιό iphone να σε συγκρίνω...


(fotoart by spitha)

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

" ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ "






Μην πετάς ποτέ ποτέ
σε άδειους ουρανούς
παραδείσους μακρινούς
ποτέ μη ζητάς.

Δε θα δεις ποτέ ποτέ
το φως τ' αληθινό
σ' έναν κόσμο σκοτεινό
το φως δε θα δεις.

Ο άνθρωπος κάθε φορά
τρελά δανείζεται φτερά
και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί
για μια χαμένη Κυριακή.


Ν.Γκάτσος


Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

χειρόφρενα στους χωματόδρομους





πάλι κατούρισα ηρώα σπιτάκια
πουτάνα επαρχία ποιά μέρα θα μας ξεράσεις
αποκεφαλισμένους σε μια ελιά

τα τέσσερα παιδιά που μου υποσχέθηκες
ξυπόλητα σεργιάνι κι αλητεία
μέχρι τον Ειρηνικό
στα νοητά τα όλα

νοσταλγία
γιαπιά βομβαρδισμένα
για μιά μνεία
για το "ένα" εσύ

να πουλήσω ένα ακίνητο να το φάμε
είν' που θα βρέχει
το 'χω δει
"τι λες, πήρε τίποτα η μάνα κι ο πατέρας μας μαζί"

πήγα πάλι πάνω κι αυτός ο γκέκας
ο αδέσποτος το είχε φάει όλο το φαϊ του
κι ήταν τιμή μου που συνδιαλέχτικα
μ' αυτό το δαγκωμένο τάσι

Αναστάση!
πέρνα
κερνάω καφέ

οι κουκουβάγιες λάκιξαν
κάπου ποιό ήρεμα θα ασθμαίνουν το ρυθμό τους
που ήταν στο μέτωπό τους
τρόμος κι αντάρα

άκουσε..
έρχομαι απ΄τις νεφέλες
των σκιών τα άγρια χόρτα
είμαι εκεί
στην πόρτα...



(foto by spitha)


Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Galway Kinnell ...κι όποιος αντέχει!!!






Η ΑΡΚΟΥΔΑ

1
Βαθιά μες στο χειμώνα
βλέπω καμιά φορά σ' αναλαμπή κομμάτια ατμό
να βγαίνουν από
μια ρωγμή στο γερασμένο χιόνι
σκύβω και βλέπω έχει χρώμα πλεμονιού
και με τη μύτη μου στη γη
αναγνωρίζω
την παγωμένη, ανθεκτική οσμή της αρκούδας.

2
Παίρνω του λύκου το πλευρό το κάνω
μυτερό κι απο τις δύο άκρες
και το λυγίζω
και το παγώνω μες στο μουρουνόλαδο και το αφήνω έξω εκεί
στο διάβα της αρκούδας.

Κι όταν ξαφανιστεί
κινούμε προς τα χνάρια της αρκούδας
γύρω γύρω περπατώ
ώσπου να φτάσω στο πρώτο, αβέβαιο, σκοτεινό
πιστίλισμα στο χώμα.

Και ξεκινώ
τρέχοντας, ακολουθώ τις πιτσιλιές
του αίματος που τον κόσμο όλο γυρνάνε.
Και στα μέρη της κοψιάς. της μαχαιριάς και της ανάσας
σταματώ κι εγώ να ανασάνω
εκεί που σούρθηκε και άφησε σημάδι
εκεί που ξάπλωσε στην κοιλιά της πάνω
για να περάσει μια οργιά του ραγισμένου πάγου
κι εγώ ξαπλώνω
σερνάμενος προς τα εμπρός μ'αρκουδομάχαιρα στις φούχτες.

3
Την τρίτη ημέρα αρχίζω να λιμοκτονώ
το σούρουπο σκύβω όπως το είχα φανταστεί
σ' ένα σκατό πνιγμένο στο αίμα
και διστάζω και το μαζεύω
και το βυθίζω στο στόμα μου και το καταβροχθίζω
και σηκώνομαι
και συνεχίζω το τρέξιμο.

4
Την έβδομη ημέρα,
ζώντας τώρα μόνο μ' αρκουδίσιο αίμα,
διακρίνω πέρα μακριά το κουφάρι της ανάσκελα, στραγγαλισμένο,
ένα κήτος αχνίζοντας
με τη βαριά της γούνα να τη δέρνει ο άνεμος.

Την πλησιάζω
κι ατενίζω τα σμιχτά, μηδαμινά της μάτια,
την αλλόφρονα
μορφή της απλωμένη στον ώμο της, τα ρουθούνια
ανοιχτά ν' αρπάζουν
ίσως πεθαίνοντας
την πρώτη μυρωδιά και της δικιάς μου οσμής.

Χαράζω
μια χαράδρα στο μπούτι της μέσα και τρώω και πίνω,
και τη σχίζω απο πάνω ως κάτω
και την ανοίγω και την σκαρφαλώνω
και την κλείνω πίσω μου, αέρας μη με πιάσει,
και κοιμάμαι.

5
Κι ονειρεύομαι
ότι βαριοπατάω πλατύποδος
πάνω στην τούνδρα
μαχαιρωμένος απο μέσα δυό φορές
αφήνοντας πίσω μου μονοπάτι με σταγόνες,
σταγόνες παντού όπως κι αν παραπατάω
όποια παραβολή της υπερβατικής αρκούδας,
όποιο χορό ερημιάς κι αν δοκιμάζω,
όποιο άλμα στο έλεος της βαρύτητας
όποιον Γολγοθά, όποιο κλάμα.

6
Ώσπου μια μέρα παραπατώ και πέφτω·
πέφτω πάνω σε κείνη
την κοιλιά που προσπάθησε τόσο σκληρά ν' αντέξει,
να χωνέψει το αίμα όπως έσταζε μέσα της,
να σπάσει και να χωνέψει κι αυτό το κόκαλο· και τώρα ο μπάτης
πάνω μου φυσάει, φυσάει και παρασέρνει
τα απαίσια ρεψίματα του κακοχωνεμένου αρκουδοαίματος
και του σάπιου στομαχιού
και την συνηθισμένη, άθλια αρκουδομυρωδιά,

φυσάει και φέρνει
στην πρησμένη μου παράλυτη τη γλώσσα ένα τραγούδι
ή μια στριγκλιά όσο να πω πρέπει να σηκωθώ
και να χορέψω. Και κείτομαι ακίνητος.

7
Ξυπνάω θαρρώ. Φώτα από έλη
εμφανίζονται ξανά, χήνες
ακολουθούν ξανά το μονοπάτι τ' ουρανού.
Στη χαράδρα της κάτω απ' το παλιό χιόνι η αρκουδομάνα
κείτεται, με τη γλώσσα
φτιάχνοντας σχήματα από κηλιδωμένο τρίχωμα
και μάτια βροχερά. Και μπρος μου
ο Γολγοθάς της τριχωτής πατούσας,
η επόμενη, αγκομαχάω,
η επόμενη,
η επόμενη,
όλες τις υπόλοιπες μέρες μου
πλανιέμαι· κι αναρωτιέμαι
τι ήταν λοιπόν
το γλοιώδες έγχυμα αυτό, η απαίσια γεύση αίματος, η ποίηση αυτή, που με έζησε;





ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΚΟΤΑΣ

1
Μπρούμυτα
με το πρόσωπο μας
στις εαρινές νύχτες, τα δόντια μας
χωμένα σε κότας φτερά, με κομμάτια κότας

ακόμη κολλημένα στο δόντι ανάμεσα -αχ
να μπορούσαμε να αφεθούμε
σαν εκείνη, να ριχτούμε
στη λύπηση του σκότους, σαν την κότα,

να κρύψουμε το κεφάλι
κάτω απ' τη φτερούγα, να μείνουμε ακίνητοι
λίγες στιγμές, όπως εκείνη
πέφτει στη μικρή της έκσταση μες στα μαγικά βοτάνια
ή να γυρίσουμε ανάποδα
να μας χαϊδεύουν μ' ένα δάχτυλο
ως κάτω τα φτερά του λαιμού
ως κάτω τους κόμπους του λαιμού
κάτω, πάνω απ' το σιγοτραγούδισμα
του γιάντες που κουρντίζει τις υψηλές του νότες σε λεπτό αίμα,
κάτω, πάνω απ΄ το ανασηκωμένο στέρνο
που ξεμυτίζει απ’ τη σάρκα του στήθους, ώσπου το θρεμμένο πράγμα
να χυθεί πηχτό, με το κεφάλι
πεταμένο πίσω
στου χασάπη το κούτσουρο, λαχταρώντας μονάχα
να πεθάνει.

2
Όταν το πελεκο-
μύριστο αεράκι ανθίζει
ολόγυρά της, τα μάγουλά της βυθίζονται,
το λειρί της
γκριζαίνει, το ορνιθοστομάχι
που γυρίζει τις χίλιες ξινές μυλόπετρες της μοίρας της
συσπάται· ώριμο ή όχι
το επόμενο αυγό, σκαμπανεβάζοντας
τη σφαίρα του από χρυσή γη,
γλιστρά και πέφτει απαλλάσοντάς την ακόμη
κι απ’ τη μέλλουσα ζωή.

3
Σχεδόν μεθυσμένος
απ’ την γαληνεμένη βαρύτητα, παραμένω κινητικός
της κότας ανθός
από χέρι κρεμάμενο,
φτερούγα
της φτερούγας μου
του σκελετού και της φλέβας μου,
της σάρκας μου
οι τρίχες σηκώνονται σ’ ολόκληρον εμένα στο πρώτο αεράκι-αερικό
μετά το θάνατο,

φτερούγα
καμωμένη μόνο για να πετά –ανήμπορη
να καταγράψει τους καημούς του να ‘σαι ανήμπορος
να κρατήσεις άλλον στην αγκαλιά σου – κι ανήμπορη
να πετάξει
και περιμένοντας, έτσι,
να ‘ρθει μια γλυκιά, μελλοντική φλόγα στα κύτταρα,
που μια μέρα, κατά τας γραφάς, θα την φέρει πίσω
στους ροζ ουρανούς, όπου οι χήνες
διασταυρώνονται το σούρουπο, κρώζοντας
σε άπειρες γλώσσες.

4
Έχω κοιτάξει στα κλεφτά
στο φως του ψοφιμιού, το ανοιχτό κουφάρι
της κότας, τον όγκο των μικρότατων
αγέννητων αυγών, καθένα
όλο και μικροσκοπικότερο όλο και πιο κίτρινο όπως πάει κατά πίσω
ως τον παγωμένο πολτό
του υπαρχτού, έχω νιώσει το μηδέν
να μαρμαρώνει γύρω απ’ το δάχτυλο που αργά μέσα βουτάει.

5
Όταν οι Βόρειοι Φωτισμοί
άνοιγαν στον μέλανα ουρανό και χάνονταν,
αυτοπυρπολούμενοι
τόσο τέλεια  που χάνονταν,
πλησίασα στο μάτι μου τη
διάφανη σπάλα του κριαριού

και σκέφτηκα ξαφνικά
πως μπορούσα να διαβάσω το σύμπαν που τον εαυτό του συλλάβιζε
όταν τεράστια σπασμένα γράμματα
τρέμαν διασχίζοντας τον μαύρο ουρανό και χάνονταν,

και σε μια στιγμή
σ’ ένα παίξιμο του ματιού, κατάλαβα
πως ο κότσιφας θα τραγούδαγε όλες τις νύχτες του την κραυγή ενός όπλου
το δέντρο θα κράταγε τα κόκαλα του σκοπευτή που διάλεξε να
μην πηδήξει κάτω;
το τριαντάφυλλο θ’ άνθιζε, κανείς δε θα το δεί,
ο χαμαιλέων που λαχταρούσε ν’ αλλάξει εαυτό, θα ‘μενε χρώμα αίματος.

Κι ανέβηκα
στον ορνιθώνα και σήκωσα
την κότα τη σκοτωμένη απ’ τα κουνάβια κι έσυρα
το πιπιλισμένο
πτώμα μες στο πρώτο φως. Κι όταν την ανύψωσα
ανάμεσα στα μικρά πεύκα, ένα τελευταίο
λαστιχένιο αυγό γλίστρησε κι έπεσε όπως την πέταξα ψηλά, μήπως δε συνέβηκε
και οι νεκρές
φτερούγες δεν έτριξαν κι άνοιξαν όπως εκείνη υπερυψώθηκε και
πλανήθηκε
ως μέσα στην αγκαλιά της Άρκτου;

6
Μπρούμυτα με το πρόσωπο στο χώμα, περιμένοντας
τον αλέκτορα να βογγήξει
«είναι το άδειο πρωί» όπως βόγγηξε τρίς
για τον μαθητή
από πέτρα,
αυτόν που πέταξε έξω με το τακούνι του, τα μυαλά του όφι.

Θυμάμαι πάει καιρός έσπειρα
το μωρουδιακό μου
δόντι κάτω από κότας φτερά, φύτεψα κάτω από κότας φτερά
τον γάντζο
του γιάντες
που τόσο γλυκά είχε σπάσει προς το μέρος μου.

Για το μέλλον.

Που καταντήσαμε!

7
Άκου Κινέλ,
που σ’ άδειασαν ζωντανό
και μισοπεθαμένο σ’ ένα κρεβάτι-κούνια,
υπάρχει μια στρώση συντριμμένα φτερά όλο κι όλο
ανάμεσα σε σένα
και το μακρύ φρέαρ του σκότους ομοιόμορφο με σένα,
παράτα τα.

Ακόμη και τούτο το στοιχειωμένο δωμάτιο
μ’ όλα τα υλικά του φωτογραφημένα με τραγωδία
ακόμη κι ο μικρούτσικος σταυρωμένος που κρέμασε το πρόσωπο προς το κέντρο της γης,
κι αυτά ακόμη τα φτερά ελευθερωμένα για πάντα απ’ τις φτερούγες τους
φοβούνται.



ποίηση Γκαλγουέυ Κίνελ



(foto by net)

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

όλοι οι καθρέφτες






"
όσο επιτρέπουμε βλέμματα αλλήθωρα
όσο προβάρουμε την αυταπάτη
κανένα κάτοπτρο δεν μας χάριζε
ποτέ ενωμένο το Ένα του μάτι
"


Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

μη τον σκοτώσεις.








Του απολύτου η ερμηνία Έρωτας
σε δάσος μεσαιωνικό που πάγωσε ο χρόνος
     στης φωτιάς τη θέα
να σκιαγραφεί.


Πάρε και μείνε σκελετός
   πάνω στην πράξη απολιθωμένοι
Άγαλμα της Γης πρωτόπλαστο
    όπως η ιστορία γονιμοποιεί
         ανέκδοτη
τα Ω της δοτικής.




(foto by me/ Lakes)

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Μελετώντας την παλίρροια







Με έκαψε αυτό το σκοινί
Τράβηξε η μαριονέτα να χορεύει διαολεμένα μόνη της

Φύσηξα τις χούφτες και βγήκανε πεταλουδίτσες και με στράβωσαν




(foto by spitha)

"...look away look away Lucifer..."




 Διθύραμβος το στήθος σου
Αγέρωχο
Αδούλευτο
Με παρρησία στέκει

Ρώμη
 Αψίδα θριάμβου
   Πύλη του Άδου

Να το διατρέξω σημειωτόν
  Το γιοφύρι
     του στήθους σου γρίλε


*




(foto by net)

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

ΧΡΩ




Όλες οι σοφιστίες μας 
είναι οι ρόζοι στο ξύλινο ταβάνι




(fotoart Pieter Bruegel) 

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

απ' το εφαλτήριο του εφιάλτη





Ελάσσων μνήμη
Θαλερή.
Φωσφωρική
Μνήμη μείζων.


(fotoart by me)

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Άνθρακας είν' ο θησαυρός σ' ακουαρέλα





H θέα ανοίγεται
το μάτι θε να τρέξει
απλώνεται κυλίδα ελαίου
... αγιασμένου
φλέγεται τα γύρω του να φέξει.

Σχήμα ακανόνιστο
οδηπορούν
Na sombre del mondo
αναπαύεται η χολή

και το ωμό οσμίζετε
από αιώνες στραγγίζει στο κελάρι
... του μακελάρη.

Ποτίζει ο πετράς τα δυό καλούπια
και σιχτιράει απ' το θεό ως τα κουνούπια.

Τα αστέρια πεταλούδισαν
έχει καταλυθεί το θέμα
Πλατωνική μου σφαίρα -!-
ποιά λόγια παίζουν ζάρια τα σπλάχνα μας;

Τεκμύριο ...
διαβάζαμε περγαμινές τρώγοντας περγαμόντο
 Na sombre del mondo
κόνισμα

ώσπερ γαρ σύνων Cadillac
οκτάνια καθάπερ νότα
πεφυκότα.



(fotoart by me /Λάκες)

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

έλαστρον




Άμμος που σκόρπισε
ερήμου τοπία
Γύρη που σπάρθηκε
δασών ουτοπία

Βρύα της θάλασσας
απάνεμα άγκυροβόλια
σοκάκια και βγάζουν
σε ηχόπληκτα σταυροδρόμια

Τυτώ που στάθηκε
στο σύρμα λυκόφως
Μια σκέψη που ράγισε
κι έγινε τόπος



(foto by kouperti)

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

οι τίτλοι απ' τα λαμπρά κοσμήματα του σύμπαντος





Μιζέρια είναι
να μη σου κάνουν αυτά που έχεις
να φοράς το ακριβότερο ρούχο και να μην αντέχεις τον εαυτό σου γυμνό
να κάθεσε στην πολυτελέστατη σουϊτα και να δουλεύεις
να τρως "με μαχαιροπίρουνο"
να "κάνεις έρωτα" αυτονομημένα
να κοιμάσαι "στα πούπουλα" με υπνωτικά
...


(foto by me /AB3)

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

εκτυπώσεις-εκπτώσεις




ΚΑΝΕ ΠΟΣΤΕΡ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΟΥ

χαχαχαχα!


(fotoart Franz von Byros)

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

χάρακας κ' κύματα







Μπορώ να κοιτώ ακόμη πιο πέρα κι απ' το όνειρο
...
να βλέπω με το άσπρο των ματιών





(fotoart by me/ AB3)

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Άρατε μπρός







Αμφίσημη ανάβαση
Του τρόμου θυρωρός


Ευρύνομαι απλώνομαι
Δε γράφω πάνω σ΄άλλα


Ε, τι!

Ξέπλυμα συναισθήματος 
θα κάνουμε;





(fotoart by spitha)

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

...για τη Μοναξιά του Αντρέα Τσιάκου




..την είδα καταπρόσωπο!
Kι ήτανε απ' τη παρέα της γυμνόστηθης Ελευθερίας του Ντελακρουά.
Όμως είχε κάτι απ' τα άδεια πρόσωπα του Ντε Κίρικο,
κάτι απο άνθρωπο πριν βρει ωάριο το σπέρμα.
Με μια σπατάλη ισχνών καιρών,
κενό απολαβής που μέσα εκεί μπορεί να κινηθεί
όλη η φιλοσοφία της αίσθησης...


(fotoart Paul Delvaux)

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Ἐρωτικὸ γράμμα

"Κοριτσάκι μου, Θαλασσωμένο ἀπόψε τὸ Αἰγαῖο.
Τὸ ἴδιο κι ἐγώ.
Χθὲς δὲν πρόλαβα νὰ καθίσω στὸ τραπέζι κι ἕνα τηλέφωνο
μὲ κατέβασε στὸ λιμάνι. Στὶς ἑφτὰ ποὺ σαλπάραμε, δὲν
μποροῦσα νὰ περπατήσω ἀπὸ τὴν κούραση. Ἡ παρηγοριά μου
ἦταν ἡ «ὥρα» σου. Ἡ λύπη μου ὅτι δὲν κυβέρνησα οὔτε στιγμὴ
τὸ καταπληκτικὸ Θαλασσινὸ σκαρί, τὸ κορμί σου.
Ἀπὸ δείλια καὶ ἀτζαμοσύνη σήκωσα τὸ κόκκινο σινιάλο τῆς Ἀκυβερνησίας.
Εἶδα χθές, πολλὲς φορὲς τὴν κοπέλα τῆς πλώρης:
Τὴ λυσίκομη φιγούρα νὰ σκοτεινιάζει, νὰ θέλει νὰ κλάψει.
Σὰ νά ῾χε πιστέψει γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι πέθανε, ὁ Μεγαλέξανδρος,
ὅμως τὸ καρχηδόνιο ἐπίχρισμά του ἔμενε τὸ ἴδιο λαμπρό.
Μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ κάλυμμά του. Κόκκινο της Πομπηίας
Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός.
Βελοῦδο ποὺ σκεπάζει ἱερὸ δισκοπότηρο.
Ὄστρακο ὠκεάνιο ἁλμυρό. Κρασὶ βαθυκόκκινο ποὺ δίνει
δόξα στὸ κρύσταλλο. Πληγὴ ἀπὸ κοπίδι κινέζικο.
Ἀστραπή. Βυσσινὶ ἡλιοβασίλεμα.
Λαμπάδα τῆς πίστης μου.
Ἀνοιχτὸ σημάδι τοῦ ἔρωτά μου
Ὄνειρο καὶ τροφὴ τῆς παραφροσύνης μου
Σὲ ἀγκαλιάζω."

Κόλιας

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

κάθε βράδυ ξεκινάω να σου γράψω μήνυμα να μου χαμογελάσεις το πρωί, μα το αφήνω. απόψε όμως θα στείλω τα φιλιά μου να σε βρούν και να σου πω ότι ζήτησα απ'τον Μορφέα όταν έρθει να με πάρει για απόψε, να με φέρει σε σένα.








Αγάπη μου, εύχομαι πάντα να ΄σαι καλά,
Θα ήθελα να μη χρειαζόταν να λάβεις αυτό το γράμμα -σε φάκελο με χαρτί- . Να υπήρχαμμε στη ζωή, για όσα έχουμε αισθανθεί κι ήταν για πάντα.
Με στοιχειώνει τρυφερά η Νοσταλγία σου... έγραψα κάποια ωραία ποιήματα... είναι τόσα πολλά αυτά που σου χρωστάω!
Από τότε που η συνέχειά μας ταξιδεύει σε άλλα σύμπαντα, το ιδανικό μας όνειρο, εμείς, επιστρέφουμε αλλοτινοί δολοφόνοι εδώ, μέσα σε τέχνη.
Αν ξαγρυπνούσα για ένα σου μήνυμα, αν ένιωθα σε ένα μας σφίξιμο την ουσία μας να τρέχει γλιστρώντας και καλύπτοντας τα ολόγυρα, όλο αυτό τον καιρό ξαγρυπνώ βαστώντας ώρες τη μυσταγωγία για το αστρικό ταξίδι που με φέρνει σ' αυτή την αίσθηση του έρωτά μας, ον ένθεο, στίχε!
Το μέγεθος της αγάπης μας είναι μια αλήθεια και σε τίποτα επίγειο δε μπορώ να το παραβάλω παρά σε μια τραγική αιωρούμενη πέτρα. 
-Από 'κείνη μέχρι εκείνη την καταιγίδα που βγήκε ο Οίστρος στο χωματόδρομο.
Κομπάζει το πλήθος. Μελίσσι που μας ρουφά. Το μίσος. Το μαύρο γατί.
Το πριν. Το μετά. Η εδώ του συνέχεια-
 ...Το έργο που σου αφιερώνω δεν έχει τελειώσει. Μου λείπεις τόσο σκληρά, σε λατρεύω.
Είμαι σίγουρη πως έχεις πάρει εντυπωσιακές φωτογραφίες, τις φαντάζομαι, έχω δει ελάχιστα, και κάποια που τρελαίνομαι οτι είναι δικά σου για να σε νιώθω κοντά μου, όπως που νομίζω πως συνομιλούμε με συνθήματα στην τουαλέτα του καφφενείου.
Είσαι πάντα ο πρίγκηπάς μου. Μάτια μου. Μάτια μου!
Δοκίμασε με, όποτε θες. Ότι έχω δικό σου. Δε θέλω να απελευθερωθώ ποτέ. Εσέ υπεραιτώ! Εσένα.
Εσέ...Την τέχνη σου.
 Μούσα της Ερωτικής ποιήσης!
μελαγχολικό μωρό μου.
Το γέλιο σου είναι το κύμα της θάλασσας κι η αφή σου, η αφή σου! Κουρτίνα απ΄άγριο πρωτοβρόχι.
...
Έρρωσο, αγάπη μου.
δικό σου

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

ΚΟΣΜΟΓΩΝΙΑ ποιήματα





Ψάχνω όλες αυτές τις μέρες, απο την προηγούμενη εβδομάδα που η Κοσμογωνία είναι γεγονός, λίγα λόγια να γράψω στο χείμαρο για αυτή. Ίσως είμαι ακόμη λαχανιασμένη απ' την ανάβαση, ίσως η θέα της συλλογής να με έχει αφήσει σε μια σιωπή ικανοποίησης. Έτσι κι αλλιώς μέσα της είναι ο λόγος.
Διάλεξα να έχει τα καλύτερα ολοκληρωμένα ποιήματά μου, απο το '98 έως σήμερα. Πέρα απο λίγες εξαιρέσεις όπου λειτούργησα με κριτήριο τη συναισθηματική αξίας κάποιων στιγμών που θα δημιουργούσαν ιστορικό κενό αν έλειπαν απ' την πρώτη μου επίσημη ποιητική συλλογή.
Συλλογή, ναι, ολοκληρωμένη, με ροή και χαρακτήρα. Αν και ο αυστηρός κριτής εαυτός μου λέει πως πρόκητε για σπουδή. Για μια εργασία προκαταρκτική, μια πρώτη μύηση.
Το ποιητικό βίωμα, η προοπτική θέαση της πραγματικότητας, η ικανότητα σύλληψης παράλληλων κόσμων, η αξιοματική σύνθεση της αλήθειας είναι οι δρόμοι του αισθητικού ταξιδιού. Μα είναι και θάλασσες με σειρίνες και εδάφη λωτοφάγων. Ο προορισμός είναι η μήτρα, το ταξίδι του λόγου, της μνήμης, είναι ταξίδι επιστροφής, είναι το μέλλον που κατευθύνεται στο παρελθόν, στη γέννεση, στη λευκή στιγμή που όλα τα χρώματα ιριδίζονται μέσα στην μόνη κι αληθινή κίνηση. Απ΄ το πνεύμα στη σάρκα, απ' τον θάνατο στη ζωή. Κατ΄αυτό τον τρόπο ο ποιητής γίνεται αγωγός κι αρωγός αυτού. Μεγάλος υπέυθυνος για το που θα το αποθέσει. Μπορεί να παρομοιαστεί με έναν εξορκιστή που αν δεν γνωρίζει καλά την τέχνη του γίνεται καταστροφικός εσορκιστής. Μεταιωρίτης που χτενίζει την κόμη του ανάμεσα στην ύπαρξη και την μη ύπαρξη. Στο συναίσθημα χωρίς "σώμα" ιδέας και στο σώμα χωρίς "ιδέα" συναισθήματος, ενώ πρόκειτε για τα όργανα της ίδιας ορχήστρας.
Οι κανόνες κατάδυσης βρίσκονται πολύ κοντά στους κανόνες της ποίησης. Ο καλλιτέχνης θα εξαντληθεί αν εδρεύει όλη την ώρα μες τα "μπορντέλα" για να περιγράψει και να πολεμίσει τον υλισμό που τρώει τις ψυχές μας και κουφώνει το "είναι μας". Αν στολίζεται πολύ θα ξεχάσει την αξία του φυσικού κάλλους. Κι αν βυθίζεται υπέρμετρα στου υποσυνείδητου τις ονειρωδείες θα καταντήσει να κοιμάται "τον ύπνο του δικαίου".
Μίλησα δηλαδή για δρόμους, για προορισμούς, για κανόνες, για σημεία, διανύσματα, για μέρες και νύχτες. Κάπως έτσι τα κατάλαβα στη μέχρι τώρα πορεία μου και κάθε εποχή αναθεωρώ. Η ποιητική αυτή διαδρομή παίρνει μορφή εδώ στη Κοσμογωνία.
Για τη γραφή του βιβλίου πάντα θα ευχαριστώ όσους με πίστεψαν και κυρίως όσους ακόμη με πιστεύουν τόσα χρόνια και μου ανέχονται την ιδιαίτερη τρέλα της τέχνης. Όσα με άγγιξαν και συνέβαλαν χημικά και ψυχικά στον ειρμό μου.
Για την πραγμάτωση του βιβλίου πάντα θα ευχαριστώ την αγαπημένη μου ποιήτρια και φίλη Χαριτίνη Ξύδη που υπομονετικά με προέτρεπε πολύ καιρό τώρα και στάθηκε φάρος σ' αυτή την προσπάθεια, αλλά και στάθηκε γενικά στα πιο σημαντικά κι επικίνδυνα βήματα της ποίησής μου. Τα 24γράμματα. Τον αγαπητό Γιώργο Πρίμπα που αγκάλιασε ως αδερφός αυτή τη συλλογή. Το ζωγράφο και φίλο μου Κωστή Τζαϊλάκη για τον πολύτιμο πίνακα του Πάνα που μου χάρισε και με συντροφεύει ως σύμβολο πιά. Κι όλους όσους εργάστηκαν για τη βιβλιοποίηση του έργου.
Οι λάτρεις της ποίησης είμαι σίγουρη πως θα αγαπήσουν και την Κοσμογωνία και πιστεύω πως η συνέχεια θα είναι ακόμη καλύτερη. Όσο για το χείμαρο, κι αυτός θα βρει τη "φυσική" ροή του όταν καταλαγιάσει ο διθύραμβος και οδηγήσω στις δημιουργικές της διαστάσεις την ευδαιμονία που νιώθω.    


Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

ο πορτιέρης της ουτοπίας




Το παν είναι να έχεις ιδέες...
έξαλλες κι ως τώρα απραγματοποίητες
ιδέες κάπως μαγικών δυνάμεων
ιδανικές οπτασίες λες απο ερωτικά ονειρέματα.

Να ζεις τον κόσμο σου
να ταξιδεύεις σε κόσμους άλλων
κι αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν θα υποθεί
ποτέ δεν θα βρεις στο ράφι
δε θα το φτιάξει καμιά τεχνολογία
καμιά οικονομία ή πολιτική
καμιά κοινωνία κι η επιστήμη ολόκληρη.

Δε ξέρω τίποτα να λες
για να αρχινάς να νιώθεις.

Είμαστε μέσα σε μια μηχανή
δουλειές, λογαριαμοί, υπάρξεις μιας τεχνοκρατίας
κρίκους μας είπαν αλυσίδας.
Μα το μόνο που μπορεί να συμβεί αν την παρκάρουμε και κατεβούμε
είναι οι ιδέες μας, το παν, ο κόσμος μας, η αλήθεια που ζητούμε.

Εδώ κάποιος μου λέει πως μιλώ για την προϊστορία
πως είναι αδύνατο αυτό
πως είναι ουτοπία.

Εντάξει φίλε μου, λοιπόν,
άλλος το λέει μεταφυσική
κι άλλος ψυχολογία.


(foto by ..you)

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

στην προβλήτα πλώρη σκάλισαν Αρμενιστές





Ανδαλουσιανό Ντουέντε!
Μοναδική μεταφορά του Τσέλαν
Σε απόλυτη ακινησία διαγράφεται η σοφία.



Εδώ ο στύλος του ηλεκτρικού είν' όλη η ιστορία...
Αναλλοίωτες αισθήσεις
Έρωτας απ' ανθρώπινα κορμιά πριν ανακαλυφθεί το σαπούνι
Εδώ στην εύφορη γη την ιαματική, την καρποφόρα
Ας είναι ο νους να εξηγεί
Πριν ξεκινάει να φτιάχνει...


ο ποιητής!
Να το ένθεο, το σοφό, το από πάντα.
Το πιο ανθρώπινο, αυτό που αντιμάχεται θηριωδίες.
Τίποτα και όλα, σου λέει ο ποιητής...
να 'ταν ποίηση η τεχνολογία, το εμπόριο, η επιστήμη..
να 'ταν μόνο για ποίηση ο νους
κι οι άνθρωποι να ζούσαν και να πέθαιναν ως
Άσπιλη φύση.





(fotos by me)

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Άλβαρο ντε Κάμπος




Μέρα θλιμμένη, η καρδιά μου πιο θλιμμένη ακόμη...
Υποχρεώσεις ηθικές και κοινωνικές;
Δύσκολα καθήκοντα, οι επιπτώσεις τους;
Όχι, τίποτα...
Μέρα θλιμμένη, καμιά διάθεση για τίποτα...
Τίποτα...

Άλλοι ταξιδεύουν (κι εγώ ταξίδεψα), άλλοι είναι στον ήλιο
(κι εγώ ήμουν στον ήλιο ή νόμιζα πως ήμουν),
όλοι έχουν το δίκιο τους ή τη ζωή τους ή τη συνθετική άγνοιά τους,
τη ματαιοδοξία τους, την επιθυμία τους, την κοινωνικότητά τους,
κι αποδημούν για να επιστρέψουν ή για να μην επιστρέψουν,
μπαίνουν σε πλοία που απλά μεταφέρουν.
Δεν αισθάνονται το θάνατο που υπάρχει σε κάθε αναχώρηση,
το μυστήριο σε κάθε άφιξη,
τη φρίκη σε καθετί καινούριο...
Δεν αισθάνονται: γι' αυτό είναι βουλευτές ή οικονομολόγοι,
χορεύουν και είναι εμποροϋπάλληλοι,
πάνε στα θέατρα όλα και γνωρίζουν κόσμο...
Δεν αισθάνονται: γιατί θα 'πρεπε να αισθάνονται;

Κοπάδι ντυμένο απ' τους στάβλους των θεών,
κάντε στην άκρη για να περάσει στολισμένο για τη θυσία
κάτω απ' τον ήλιο, εύθυμο, ζωηρό, χαρούμενο που αισθάνεται...
κάντε στην άκρη για να περάσει, μαζί του πάω κι εγώ αστόλιστος
στην ίδια μοίρα!
Πάω μαζί του χωρίς τον ήλιο που νιώθω, χωρίς τη ζωή που έχω,
πάω μαζί του χωρίς να αγνοώ...

Μέρα θλιμμένη, η καρδιά μου πιο θλιμμένη ακόμη...
Μέρα θλιμμένη όλες οι μέρες...
Μέρα τόσο θλιμμένη...


(foto by me)

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Σε σ'ένα




Κρόζοντας ανοίγω παγωνιού ουρά
Για μια Ιθάκη σπίτι - δουλειά

Όνειρο βαρεμένο από Ύστερο
κι η αγάπη κανόνας και κωδικός

Στην "οδό των αρίστων"
το μποτιλιάρισμα των αχρήστων
Υπόγειο εργαστήριο για φτερά

Στον παράδεισο λαθρομετανάστες
βάλαν φωτιά
Δεν "είναι" πια  ...

Αλλά είναι.



(fotoart Νατάσα Ματράγκα)

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Διακοπές




Τα πράγματα μοιάζουν άδεια
τις διακοπές αν τα έργα
δεν ήταν σωματικά

αν ανία ήταν μάλλον
ο επιούσιος κόμβος, αδιάληπτη,
αν η ικανοποίηση ήταν σχεδόν

επίπεδη. Τις Κυριακές η νευρικότητα
μεγαλώνει, τα Σαββατοκύριακα
τους μήνες της σχολής καταλήγω κι εγώ να γίνω

άδειος. Περίπατοι, κολύμπι,
πιοτό, πάντα φοβάμαι
το πιότερο. Σαν αληθινός

Πουριτανός, δεν θ' αναπαυτώ ποτέ από τα έργα μου
όσο όλα ν' αναπαυτούν μαζί μου, όσο να
οδηγηθώ από τούτη την πυκνότητα πίσω στο σπίτι μου.

Robert Creely



Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΤΟ ΕΡΓΟ




-το πας
-σε τραβάει

το τραβάς-
σε πάει-



(fotoart Waterhouse)

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

ονείρωξη




χθες έχυσα με τη σκέψη σου. σκεφτόμουν πως σε φιλούσα αδέξια  μεθυσμένα, μουγκρίζοντας το κάναμε αυτόματα. ή επιδεικτικά και καθόλου σωστά, αλλά γελούσαμε και χύναμε μαζί και γλυφόμασταν ώρα..
το πρωί που ξυπνάγαμε κάναμε έρωτα. άναβες τη φωτιά και πήγαινες να ταϊσεις τα ζώα. εγώ έφτιαχνα καφέ και συμάζευα τα χθεσινά. πίναμε αργά τον καφέ μας κι ονειρευόμασταν. βγαίναμε έξω, να φροντίσεις για τα δέντρα και τα ξύλα κι εγώ μάζευα απ' το περιβόλι φρούτα κι ότι μας ερχόταν να μαγειρέψω. μαστόρευες, σκάλιζες και γω μαγείρευα. όταν χρειαζόταν κλαδεύαμε και οι δυό μαζί λίγες ώρες. τα απογεύματα συνήθως τα είχαμε ελεύθερα, για βόλτες στη θάλασσα, στο βουνό ή στη πόλη. για μελέτη, για τέχνη, για πάρτυ με φίλους.
Τα Χριστούγεννα γινόμασταν καλικάτζαροι ή πηγαίναμε ταξίδι στις Ινδίες, τη Λατινική Αμερική, την Αφρική. το καλοκαίρι κατασκηνώναμε σε ένα δέντρο στην παραλία.
Κάναμε παιδιά και φτιάξαμε την πιο όμορφη αυλή γεμάτη ζωή και ψυχή. ζήσαμε στην ίδια σοφίτα νύχτες στη Σαχάρα, μυσταγωγίες των Ιμαλαϊων, παγανιστικές τελετές και παρακμές του Μπρονξ και του Σόχο. ο κήπος μας έγινε η Εδέμ και το Γούντστοκ, οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας και το χειμαδιό του Πάνα.
Απ' τον ώμο σου αγναντεύω ηλιοβασίλεμα και ανατολή. έτσι υπογράφω πως χύνω μόνο για σένα.

διαγώνισμα για δολοφόνους




Παραστρατημένοι έρωτες
Φίλοι που πέταξαν

Ψυχές σφαλιστές
προς αποφυγήν σφάλματος!

-Αυτός που ξέρει πολλά, άνθρωπος της ζωής του αν είσαι, μισό θα σου πει- 
 
Φίλοι που πετάξαν
Παραστρατημένοι έρωτες

Καρφί του καθρέπτη κ'
Πορσελάνη του γεύματος




(fotoart Karavouzis)

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

τα ώριμα παιδιά δικούς τους κανόνες φτιάχνουν



Έχουν καταλαγιάσει.
Κάποτε είχα τη δύναμη να τ' αναδεύω και μέσα στο θολό βυθό σε ένα πάτωμα πιο καθαρό να ξαπλώνω. Για να ονειρεύομαι κολάζ από ιστορίες. Να στεγνώνω βραχυκυκλώματα - Τώρα, ακόμη και τα γράμματά μου είναι πιο ταραγμένα, πιο δυσνόητα. Τρέμουν, τρέμουν, αλλά τι τρέμουν; Φοβούνται κάτι μη χάσουν και τρέχουν, γράφονται σε μια βάση εν κινήσει ή δεν έχουν παραλήπτη και δε τα νοιάζει πως θα φανούν; Λείπει η δύναμη στα δάκτυλα που κρατούν τη μύτη;
Ανεξέλεκτα κατευθύνονται. Τρέμουν. Τρέχουν. Ασύντακτα, αιφνίδια, τρέπονται σε άτακτη φυγή. - Α, ψυχή...
Να υπήρχε ένας έλεγχος στη πόρτα, ένας γυμναστής, ένας στρατηγός!
Δεν θέλω κανέναν να σκεφτώ.
Το να φανταστώ το άγνωστο φαίνεται τόσο μάταιη διαδικασία.
Αλήθεια, πόσες φορές νομίσαμε πως το βρήκαμε;
Εαυτέ, σε βλέπω πως με κοιτάς και θα πω, καμία. Αλλά το παραμύθι για να σταθεί κάνει κι όλο τον κόσμο γύρω του παραμυθένιο.
Ιστορίες για μοναχικούς αναγνώστες. Κουπιές στην ατάραχη λίμνη.

Λέγαμε να πάρουμε τα σακίδια και να Ξεκινήσουμε από Κωνσταντινούπολη ως τις Ινδίες.
Όλα αποικίες της Ιερουσαλήμ, των Βρυξελλών... παρατατηκοί της Αττικής.
Το όνειρο ψαύεται από διψασμένα χέρια στη Σιέρα Λεόνε.


(fotoart Heather Jansch/ γλυπτά άλογα απο ξύλο)

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

όλων οι ιστορίες




"
δεν μπορώ άλλη άνοιξη, άλλα τραγούδια. ξεχνάω όλο και πιο πολύ, όλο και πιο συχνά. προτιμώ ενός χειμώνα την αγωνία, ενός καλοκαιριού την τριζάτη ζέστη, το μαύρο πρόσωπο. δεν μπορώ άλλη άνοιξη ερωτική, λες και δεν γίνεται αλλιώς, λες και φταίω πάλι. άσε να 'μαστε τότε μόνο μόνοι!

...

πάλι μπερδεύτηκε η καρδιά μου. κάνει προσποιήσεις ξαφνικά, αλλαγές ρυθμού απότομες, με πιάνει απροετοίμαστο, ομολογώ, όντας συνέχεια στην επίθεση, μένω ανοιχτός πίσω, αφύλακτος, απροστάτευτος, αθώος. η καρδιά μου όμως δεν είναι εχθρός, δεν το κάνει επίτηδες, δεν με ζηλεύει. έχει τη δική της ζωή, πέρα από τη ζωή μου την έξω συνεχίζει το δρόμο της, τις νύχτες μόνο αυτή με φυλάει, ακοίμητη, αμίλητη, αθώα. μόνο σαν το διπλανό μου στην παρέλαση καμμιά φορά αλλάζει το βήμα της, για να το ταιριάξει με το δικό μου, για να πηγαίνουμε λίγο μαζί, για τους απέξω που κοιτάνε.

...

πιο πέρα πάλι, ο κόσμος υπάρχει και δεν υπάρχει, συνεχίζεται και δεν συνεχίζεται σαν παλιά. στη θάλασσα μόνο βλέπω λίγη χαρά, λίγο φως, λίγη άνοιξη. γιατί να 'ναι τόσο πολλή η θάλασσα πάντα, αν ούτε αυτή υπάρχει, ούτε Θεός; γιατί κι εγώ να μένω τόσο ήσυχος δίπλα της, σαν άνθρωπος, σαν διάβολος, σαν χαζός;
"

Σωτήρης Κακίσης


 (fotoart T.Lautrec)

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Οι Άγγελοι




Οι άγγελοί μας ειν’ αδέσποτα σκυλιά
Στη μέση στέρφου χωραφιού αγριελιά.
Μισά φεγγάρια χαραγμένα σε σπηλιά.
Λευκά φτερά ψαλιδισμένα από παλιά.

Οι άγγελοί μας, αλήτες του δρόμου.
Ισόβιοι φυγάδες σε σενάρια τρόμου.
Όπλα βαριά που κρατάμε επ’ ώμου,
στραμμένες κάννες στο γραπτό μου.

Οι άγγελοί μας δεν χρωστάνε δανεικά
Ό, τι είναι μπρος είναι και πίσω. Αερικά.
Δεν έχουν στέγη και θεό για να νικά
τον άγγελό τους που σκοτώνει ιδανικά.

Οι άγγελοί μας είναι άφυλοι, βουβοί.
Σώμα δεν έγινε ποτέ γι’ αυτούς κλουβί.
Έχουν μια ράχη από μετάξι, ν’ ανεβεί
όποιος αξιώνει μια ουράνια συντριβή.


Άχρονοι ήρωες, Οιδίποδες, Κανένες.
Κύκλωπες, Αίγισθοι, πουτάνες και παρθένες.
Κάποιες ζωές τις έζησαν χαμένες.
Άλλες τις έριξαν κομμάτια στις αρένες.
Ποτέ δεν έγιναν αράχνες ξεπεσμένες.
Δεν καταδέχτηκαν ζωές ξεπουλημένες.



Χαριτίνη Ξύδη 



(fotoart by Leloir)