
Σκέψεις ερέβους χαοτικές δένουν το μυαλό μου
Τηλίγουν με τα πέπλα τους το άδειο θέατρο μου
σάν κουρτίνες διάφανες με άπειρες πτηχώσεις
Ήθελα πέρ’απο τα σώματα, το μέσα μου να νιώσεις.
Εκείνες τις στιγμές των υπαρξιακών αναζητήσεων
Που οι άνθρωποι λαμβάνουν κοινότοπα για βαρετές
Να βρησκόμαστε σε περιπετιώδη βαθυ συζητήσεων
Με το νου να κυλάμε στρογκυλοί την απέραντη Γή
Παλινδρομόντας ανάμεσα στα άστρα άλλων ζωών
Με έναν μεγάλο περίπατο παρατηρητικό στην φύση
Που θα έδινε στη ζήση στεγανά να φτάσει ή να χαθεί
Στης επαγγελίας και της ολοκλήρωσης του «είναι»
τις μετέωρες ακτές ενωμένων ψυχών και σωμάτων.

Μαυρίζω απο την καταδίκη μου την κατά δική μου
Σαν της ερήμου το ξερό χώμα ένα πτώμα μελλοντικό
Κοιτώ (στον καθρέπτη) ένα είδωλο μιας θεάς μπροστά
Απο (το νυπτήρα) βωμό για το θυσιασμό των ερώτων.
Έτσι όπως πλαγιάζω κάθε βράδυ με την σκέψη σου
Να ξεπηδούσες μούσα μέσα απ’τα ονείτατα μου
Ήθε να σε βρώ ένα πρωί στο πλάι μου σαν ξυπνήσω
Να σ’αγκαλιάσω, και να ‘ναι η ανάσα μου γεμάτη
δική σου πνοή! Την ευτυχία γονατιστή να ημνήσω.
Κι έπητα λέω..

Σκέψης μιας Χίμαιρας ουτοπικής παθητικής ελπίδας
Και βασανίζομαι απο ιδέες με σχέδια να σ’επισκεφθώ.
Να κάτσω ώρες στην πόρτα σου να προσμένω να βγείς
Κι ολόκληρα φαντάζομαι πλοκή και πλάνο της σκηνής.
Θα με θορείς με άρνηση στο βλέμμα σαν διασταυρωθεί,
Γοργά, με τον βηματισμό σου τον αέρινο, που σε θέλγει
με τον ουραννό να ενωθείς, γοργοπερνόντας να φύγεις.
Τότε, η συνέχια με σπρόχνει να τρέξω, να σ’ακολουθήσω
με τον λόγο, μιας ποιητικής συγνώμης, εγκόμιο να χτίσω
να πω πως σ’αγαπώ, πως θέλω στην γυάλα σου να μ’έχεις
παρά σε ωκαιανούς βαθιούς με βοερό σκοπό να ταξιδεύω
κάτι να ψάχνω να βρώ που θα μοιάζει, στα μάτια, στα χέρια,
στη φωνή, στου έρωτα μας τη στιγμή, στην πρώτη αγάπη.
[Κι εσύ εκεί, να βάζεις το κέρμα
για της ζωής μου το τέρμα, ή την αρχή,
στου μυαλού μου τη μηχανή.]
(art Leonardo Da Vinci)