Σε είδα σε όνειρο. Ήμασταν σε ένα μεγάλο φωτεινό δωμάτιο με ένα μεγάλο κρεβάτι με διαφορετικά σκεπάσματα και τα είχαμε πετάξει και φιλιόμασταν μέχρι που άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και μπήκε ο άντρας σου και σηκώθηκες και μου είπες να ντυθώ μα δεν πρόλαβα ίσα που πρόλαβα να σκεπαστώ όταν με είδε. Τότε είδα πως είχα τρύπια φόρμα διαφορετικές κάλτσες και λαδωμένη κουβέρτα κι ένιωσα πολύ άβολα κι ανασφαλής για την εμφάνιση μου. Εσύ ήσουν ευδιάθετη και μου έκανες πλάκες κι ήσουν και πολύ θερμή και συνεχίσαμε να δίνουμε κλεφτά φιλιά μεθυστικά πολύ ωραία. Ήταν η ώρα όμως να χωρίσουμε και λέγαμε ένα μέρος να συναντηθούμε πάλι κάπου στην ΒοΪδοκοιλιά μου είπες σε μια γκλαμουριά φάση με τέτοιες καφετέριες και είπα εντάξει ενώ δεν τα πολιγουστάρω αυτά τα μέρη. Και κάπως βρεθήκαμε εκεί σε μια παρέα που ήταν όλοι παλιοί άνθρωποι και φίλοι δικοί μου. Ήταν η Κοροβίλα με την γυναίκα της ο Πάνος ο Μακουίν και η Κωσταντίνα από Καλαμάτα που μου έλεγε πως τα είχε φτιάξει μες τα μέλια με έναν που ήξερα καλά πως ήταν βίαιος (μακαρίτης στην πραγματικότητα τώρα πια αυτός τον βρήκανε κόκαλο από όβερ ντόουζ πάνω στο τρακτέρι πάνε πολλά χρόνια) και της το είπα κι έκανε πως δεν άκουγε κι έφυγε κι έτρεψα και της είπα πως δεν ήθελα να την στεναχωρώ αλλά αφού το ήξερα έπρεπε να της το πω αλλά τώρα που μεγάλωσε μπορεί να έχει αλλάξει. Κι έφυγε να πάει να τον βρει. Και όπως γύριζα στο τραπέζι πέρασε μια κοπέλα από το εξωτερικό που ήξερα και με αγκάλιασε πολύ θερμά και κοιταζόμασταν όλο χαρά και πέρασες κάπως σα να μας σκούντηξες και την στραβοκοίταξες πολύ άσχημα που απόρησε κι εγώ έπιασα τα μάγουλά μου σαν από απελπισία και ντροπή. Και ξύπνησα.



















