Με τσάκωσε παράπονο. ο και πνίγομαι, δε μπορώ να μιλήσω.
Και σκάω μέσα σε ένα σωρό από αυτά που 'χω να σου χαρίσω.
Με τσάκωσε παράπονο. ο και πνίγομαι, δε μπορώ να μιλήσω.
Και σκάω μέσα σε ένα σωρό από αυτά που 'χω να σου χαρίσω.
[...]
"σκόνη με ήλιο και σιωπή
να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ
κ’ η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας
κι ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ
προφύλαξη για την υγεία μας
κι ούτε να δίνεις συμβουλές
το πως το κατεβάζω έτσι
και πως σκορπιέμαι έτσι
και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα
τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
να τρέξουνε.
Μονάχα να κοιτάζεις ήρεμα
τα νύχια τα μαλλιά μου και τα χρόνια
πού ‘ναι βρώμικα
και γώ
να μη δίνω φράγκο για όλα αυτά"
[...]
"και θα κρατάς στις χούφτες σου
μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου
είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει.
Κι όταν
έρθουνε να σου πουν
εδώ δεν είναι
τόπος
και χρόνος
για τέτοια πράγματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε."
Τους νεκρούς μου θέλω
Να τους θυμάμαι ζωντανούς. Γι' αυτό και στις κηδείες τους δε πηγαίνω.
Και λέω πως, με κάτι φαίνεται θα στράβωσαν
κι από δω δε θέλουνε να ξανα-περάσουν. Ξέρω.
Δεν είδα εγώ ποτέ τον τάφο τους,
σε κανα μοναστήρι θα κλείστηκε ο φευγάτος.
Μόνημη απεργία διαδήλωση θα κάνει πουθενά σε καμιά ταράτσα, στο πατάρι στο κελάρι.
Κι ίσως να βγαίνει μόνο βράδυ για περπάτημα
σε συνοικία που το μυαλό μας τώρα δεν πηγαίνει.
Αυτά. Τα ωραία του πόνου γλέντια που στήνω να σε σκέφτομαι,
μήπως κι εσύ με σκέφτεσαι και κουνηθεί μονάχο του, σαν από πνεύμα χτύπημα, κάτι. Ξέρεις.
Κάτι που το ακούω βέβαια κι ένα σπαστικό και σαλεμένο γέλιο με πιάνει.
Δεν είμαι για κηδείες σου λέω. Κι εμένα με πειράζει ο κόσμος πολύ και κάπως έτσι φεύγω.
Κοιτάζω την Πεντέλη απένανι με κενό σκέψης. Σα να είμαι σε αυτόν τον κόσμο κάτι τελείως περιττό. Για αυτά που θέλω κι έχω να δώσω, τα πολύ συγκεκριμένα. Αυτά που γίνονται κόμπος στο στομάχι μου που δε μ' αφήνει να χαλαρλωσω, που δε μ' αφήνει να ξεχαστώ. Σε λίγες ώρες θα επιστρέψω στο κέντρο, θα αφήσω τα παιδιά κάπου καλά και θα έχω πάλι όλο τον χρόνο, τον χρόνο που το μόνο που θέλω είναι να σου τον αφιερώσω πραγματικά απτά ολοκληρωτικά όσο μπορώ. Χρόνος που ως τώρα δε σε βρήκα και με γαμάει, πόσο με γαμάει κανείς δεν ξέρει, κάνεις δεν καταλαβαίνει, κάνεις δεν θέλει να θυμηθεί ή έστω να φανταστεί. Κι ούτε μπορεί να εκφραστεί γιατί δεν θέλω να δίχνω πόσο με έχει γαμήσει και θέλω να σε κάνω να αισθάνεσαι καλά με όσα αποφασίζεις κι όσα αρνήσαι κι όσα σκοτώνονται κάθε φορά και ξαναγεννιούνται από μόνα τους γιατί δεν γίνεται όπως φαίνεται να πεθάνουν, ας έχουν πεθάνει σε άλλες περιπτώσεις με άλλους ανθρώπους στο παρελθόν. Δεν έχω σχέδιο, δεν παίζω συστήματα, έχω μόνον αισθήματα που φτάνουν να με βάζουν με μια υποχθόνια βασανιστική ευχαρίστηση στου σφαγείου την ουρά. Σφάξε με αυτή τη φορά. Έλα και σφάξε με αυτή τη φορά, θα έρθω, αν δω πως είσαι κάπου, θα έρθω κι ότι είναι να γίνει ας γίνει. Αρκεί να σε δω.
Ο πόνος τα ξυλώνει όλα και αφήνει την χειρότερη ασκήμια για παρηγοριά. Ξύπνησα λίγο καλύτερα απ ότι κοιμήθηκα. Λυπάμαι για τον φίλο σου, τουλάχιστον φαίνεται να ήταν ακαριαίο.
Κρατώ κάποιες ημερολογιακές σημειώσεις εξασκώντας μια τέχνη. Έκφραση συναισθήματος και φωνές υπαρξιακής αγωνίας. Είναι θαυμαστό το πως η αφαίρεση, οι οπτικές των συμβολισμών και της μεταφοράς φτάνουν να μπορούν, τα δικά μου βιώματα και οι δικές μου έγνοιες, να αγκαλιάζουν τις ιστορίες κι άλλων ανθρώπων. Το ίδιο παθαίνω κι εγώ διαβάζοντας άλλες δημιουργίες. Οι οποίες μου αφήνουν μια έντονη ιδέα αναφοράς, πράγμα που επιβεβαιώνει την λογοτεχνική επιτυχία των έργων προς κατανάλωση, των έργων συντροφιάς, κι αυτό είναι. Είναι κοινοί τόποι και κοινοί συμβολισμοί πάνω σε επίγια κοινά πράγματα. Αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι αν πέρα από το λογοτεχνικό ταλέντο, την τεχνική κτλ προσφέρει κάτι ουσιαστικό ο καλλιτέχνης κι αν υπάρχει πραγματική προσφορά στην εξέλιξη της λογοτεχνίας και ιδιαίτερος λόγος δημοσίευσης τέτοιων έργων. Πέρα δηλαδή από την λυτρωτική διαδικασία της ίδιας της έκφρασης και την όποια ωραιότητα μπορεί να την συνοδεύει. Ο τρόπος, ο νεοτερισμός στην τεχνική είναι παράμετροι που δίνουν νόημα και συνηγορουν θετικά στην απάντηση της ερώτισης αν και που αξίζει να δημοσιευτεί ένα έργο τέχνης. Η καταγγελία, η λαογραφία, η διάσωση και η επανάκτηση πολιτισμικών στοιχείων είναι επίσεις πράγματα ουσιαστικά με τα οποία αξίζει κάποιος να ασχοληθεί και να τους αφιερωθεί. Τα κριτήρια οφείλουν να είναι αυστηρά και ξεκάθαρα, να είναι ανιδιωτελή και προσανατολισμένα στην προσφορά. Το αν προορίζονται για τον κοινό νου ή για κάτι το πιο εξειδικευμένο είναι κι αυτό θέμα στόχευσης το οποίο επιρρεάζει, ηθικά κυρίως, την απάντηση στην ερώτηση αν πρέπει να δημοσιευτεί το έργο και πως αυτή η απόφαση θα επιρρεάσει την δυναμική της στόχευσης του. Μιλώντας με λογοτέχνες ακούω να υπόνεται αυτό που κι εγώ αισθάνομαι, πως η στόχευση είναι ένας, έστω ένας! Δίνουμε την ζωή μας και τον εαυτό μας για έστω έναν. Κι εδώ συνειδητοποιήται το απέραντο της θάλασσας και της αβυσσιακής της ερήμου.