Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Ατενίζοντας τη ροή του χρόνου





«Υψού τον χρόνον πατείν»
(Πίνδαρος)

Μάλιστα έτσι πρέπει να αντιμετωπίζουμε το χρόνο. Να διαβαίνουμε περήφανα μέσα στο χρόνο γιατί η ζωή του ανθρώπου καταστρέφεται αν ζήσει μέσα στο χρόνο, όπως κολυμπώντας σ' ένα τέλμα. Ο πανδαμάτωρ χρόνος τα πάντα βλέπει και τα ακούει όλα - όπως είπε στην αρχαιότητα ο Σοφοκλής - σβήνει τα δυσάρεστα, απαλύνει τον πόνο, αποκαλύπτει την αλήθεια, αμβλύνει τις οξύτητες, θεραπεύει τις πληγές και τελικά σκορπίζει την εικόνα της λήθης. Ο άνθρωπος όμως είναι αυτός που κομίζει την ανάμνηση της αιωνιότητας. Και συγκεκριμένα «δεν ζει ο άνθρωπος, το έργο του ζει» όπως διευκρινίζει ο Ιωάννης Καποδίστριας.
Παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι μέσα μας, στην ενέργεια μας. Μόνο η δημιουργία σταματάει τον χρόνο, μόνο όταν έχεις να δώσεις κάτι. Όχι να δανείζεσαι αλλά να δημιουργείς και να προσφέρεις. Ο άνθρωπος είναι δημιουργός, αρκεί να θέλει και να δίνεται σ’ αυτόν, γεμίζοντας τη ζωή του με κάτι. Με την προσφορά της δημιουργίας και της αγάπης.
Κάθε αρχή του χρόνου ξανοιγόμαστε στο ιστορικό πέλαγος, το άγνωστο, στη δίνη του κυκλοδίωκτου χρόνου, ξεκουκίζοντας το μύθο για την αιωνιότητα. Ο άνθρωπος είναι αυτός που κομίζει το άγγελμα της αιωνιότητας. Η πρόσκληση του Θεού στο επίγειο ταξίδι του ανθρώπου.
Η περιφορά του χρόνου έχει νόημα όταν σε κάθε στροφή του ανεβαίνει και σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Ο χρόνος διαλύει τον άνθρωπο αλλά και ο άνθρωπος τον διαλύει. Αν θέλεις χρόνο πρέπει να τον δημιουργήσεις. «Ο χρόνος είναι πράγματι χρήμα. Αγοράζεις μ' αυτόν ή την κόλαση ή τον παράδεισο» τονίζει ο Πωλ Κλωντέλ.
Η αξία του χρόνου ζωής εκτιμάται όχι από το μήκος αλλά από τον τρόπο ζωής. Σωστή εκμετάλλευση του χρόνου, ποιοτικό γέμισμα του χρόνου και όχι φόνος του χρόνου. Ο χρόνος είναι λαστιχένιος. Μεγαλώνει και μικραίνει ανάλογα με το πως τον χρησιμοποιείς. Και όπως υπενθυμίζει ο Ντοστογιέφσκυ: Ο χρόνος της ζωής μας, είναι σύντομος. Τον συντομεύουμε ακόμη περισσότερο όταν τον σπαταλάμε - ενώ εάν αγαπάς τη ζωή, έλεγε ο Φραγκλίνος, δεν πρέπει να σπαταλάς το χρόνο σου, διότι είναι το ύφασμα από το οποίο αυτή είναι φτιαγμένη.
Άλλωστε είναι πολύτιμη η περιουσία των ημερών μας στον κόσμο τούτο, που δεν εξαργυρώνεται με τίποτε. Όπως λένε, η ζωή μας είναι ένα οικονομικό κεφάλαιο και ο χρόνος μια προθεσμία. Μεταξύ γεννήσεως και θανάτου, μεταξύ μηδενός και παντός, μεταξύ παρελθόντος και
μέλλοντος.
Μάλιστα ο άνθρωπος για να κρύψει τη θέα του εφήμερου τεμάχισε τον χρόνο για να αφομοιώσει τη μνήμη του και τον διαίρεσε σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αλλά το μεν παρελθόν δεν υπάρχει, το μέλλον είναι απροσδιόριστο και το παρόν είναι μια ασύλληπτη στιγμή, που φεύγει με μεγάλη ταχύτητα για να γίνει παρελθόν.

Οι αγαπητές του μέλλοντος μας μέρες
ωσάν κεράκια στέκονται εμπροστά μας...
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν
μια θλιβερή σειρά κεριά σβησμένα
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμα...

τονίζει ο αξέχαστος ποιητής Κ. Καβάφης.
Ο μεγάλος Αριστοτέλης θεωρεί τον χρόνο ενιαίο: «ο πρότερος, ο νυν και ο ύστερος χρόνος». Το ίδιο και οι Ινδοί θεωρούν. Δεν κομματιάζουν τον χρόνο με τον σχολαστικισμό του δυτικού κόσμου. Τον αφήνουν να τρέχει καθώς τα μεγάλα ποτάμια τους, καθώς ο ιερός Γάγγης, που ξεκινούν από την αιωνιότητα των νεφών για να σμίξουν με την αιωνιότητα της θάλασσας, το ρεύμα των ωκεανών και όχι τη γαλήνη των λιμανιών.
Μια θάλασσα είναι ο χρόνος, το ένα κύμα αποσύρεται, το άλλο έρχεται να σπάσει στην ακροθαλασσιά αφήνοντας «ευκολόσβηστον αφρόν». Ένα τέρμα γεμάτο γόνιμη μνήμη. Ένα ξεκίνημα γεμάτο προσδοκία. Τα αλλεπάλληλα παρόντα είναι σύντομα. Ο χρόνος όμως που χαρίζει την δικαίωση είναι άπειρος. Αλλά αιωνιότητα δεν είναι σ άπειρος χρόνος. Είναι η απειροπληθής, η πλήθουσα ζωή, η πεπληρωμένη ζωή, η ζωή η αιώνιος. «Επήν δη το γε λίπη ψυχή τε και αιών» τονίζει ο μεγάλος Όμηρος για την οντολογικώς αυθεντική ποιότητα της ζωής, την οποία εμείς εχάσαμε. Καθότι τον χρόνο του «πολιτισμένου» ανθρώπου την μετρούν τα ρολόγια του άγχους. Περιφρονούμε το χρόνο, τον «καλύτερο σύμβουλο» κατά τον χαρακτηρισμό του Περικλή και αδιαφορούμε για την παρουσία του χωρίς να αξιοποιούμε τις ευκαιρίες που απλόχερα μας δίνει την διάρκεια της πορείας του.
Ο χρόνος είναι όμως και υπέροχος δάσκαλος. «Ο γαρ χρόνος μάθησιν αντί του τάχους κρείσσω δίδωσι» τονίζει ο Ευριπίδης στις Ικέτιδες. Και ο Διογένης Λαέρτιος λέγει ότι ο χρόνος είναι μορφή της αιωνιότητας. Έτσι συναντάται ο χρόνος με την αιωνιότητα. Είναι η εικόνα του αιώνιου χρόνου της αιωνιότητας, κατά τον Πλάτωνα. Αλλά και ισθμός στενός και σκοτεινός μεταξύ δύο αιωνιοτήτων, όπως συμπληρώνει ο Βίκτωρ Ουγκώ.
Όταν γνωρίζουμε να ενώνουμε τον χρόνο με την αιωνιότητα τότε η εμβίωση του χρόνου γίνεται μια προπαρασκευή στη συνάντηση με τον θάνατο, που είναι η ποινή του ανθρώπου. Καθότι ο χρόνος έγινε ισόβιος πόνος του με το άγχος, αφού βυθίστηκε στον «άχρονο χρόνο» και ζει συνεχώς με το ρολόι στο χέρι...χωρίς λύτρωση.
Ο σοφός όμως είναι λυτρωμένος από το πέρασμα του χρόνου και κομίζει την ανάμνηση της αιωνιότητας. Όπως και οι γονείς που βλέπουν να καθρεφτίζονται στα μάτια των παιδιών τους, είναι λυτρωμένοι από το πέρασμα του χρόνου. Καθότι για τα Νιάτα ο χρόνος είναι ταυτόσημος με την ελπίδα, που είναι η ρίζα της ζωής. Όταν όμως προσέχουν τη ζωή που είναι πολύτιμο αγαθό. Γι’ αυτό πρέπει να την αξιοποιήσουν σωστά με ανθρωπιστική παιδεία στον τεχνικό πολιτισμό, πλουτισμένη με αξίες και ιδανικά, οράματα δημιουργίας, ποιότητα ζωής. Είναι η καλύτερη επένδυση της πολιτείας όταν αξιολογείται σωστά στο ν αστερισμό της δημιουργίας.
Και όπως συμβουλεύει ο Απόστολος Παύλος «Προσέχετε καλά πώς ζείτε: μη ζείτε ως ασύνετοι αλλά ως σοφοί, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν». Γι’ αυτό «Φείδου χρόνου», Νεότητα, γεμίζοντας τον ελεύθερο χρόνο σας ποιοτικά, δίνοντας ομορφιά στη ζωή σας και βελτιώνοντας την κοινωνία. Γιατί η αξία του ανθρώπου μετριέται με πόση αλήθεια μπορεί να βαστάζει. Την βαρύτητα του χρόνου προσδιορίζει η βαρύτητα των πράξεων που τον γεμίζουν με την ενεργητική συμμετοχή σας στα πράγματα της ζωής κι όχι ανέμελα, ανεύθυνα και άσκοπα χωρίς ιδανικά.
Ας αξιοποιήσετε σωστά το χάρισμα του χρόνου της ζωής δίνοντας νόημα στη ζωή δημιουργικά με ευθύνη και ήθος.
Καλή Χρονιά με προοπτική χωρίς ηττοπάθεια αλλά με αισιοδοξία στα προβλήματα της ζωής. Μια αλλαγή νοοτροπίας. Μια αισιόδοξη στάση ζωής. Και τότε χαμογελάστε στον καινούργιο χρόνο αν θέλετε να σας χαμογελάσει κι αυτός, φρενάροντας την βαρυχειμωνιά της κοινωνίας μας - που έχει αφύλακτες τις σκοπιές... Αρκεί μια εθνική αφύπνιση με ιδανικά για την αξιοποίηση του χρόνου της ζωής, με αγάπη για τη ζωή και την πατρίδα.

            Νίκος Ι. Κωστάρας
εφημερίδα ΑΡΤεμείς

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

πίδακας






Μύρο της κυήσεως

Αγέννητο πρόσωπο της σελήνης


Στα σύβαθα της λίμνης 

Των σωθικών μου πλατάγισμα




(φώτοart Georgia O'Keeffe)


Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

λα λαλα




Ήμασταν σε μια βάρκα, λέει, και περνούσαμε
νησιά με θαλάσσια συντριβάνια, σπηλιές..
από ένα λιμάνι του άυριο και του χθές

Τι είναι ρε
να σκοτώσεις
-έναν- άνθρωπο,
τόσο εύκολο,
μια κλοτσιά στο σαγώνι,
μια γροθιά στο δόξα πατρί,
τι άλλο θες,
να ξεκολλήσει το κεφάλι

...



Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Ελευθερία Έκφρασης


 




Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.


Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
-τη πιο διάφανη απ' όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα


Μαγιακόβσκι



(φotoart Καρλ Σμιτ Ρότλουφ)

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Παράνοια






Για σένα δε μιλά ούτ' ένας στίχος,
κι αυτό σου λέει πόσο σ'αγαπώ.
Στην τέχνη, διαδίδεται ο ήχος
μονάχα στο κενό - τι να σου πω;

Στους στίχους μου δεν θέλω να διαβάσω
πως όσοι ζούσαν χάθηκαν κι αυτοί.
Τις νύχτες που φοβάμαι μη σε χάσω
κοιτάζω εμπρός μου τ' άγραφο χαρτί.



Γ.Κοροπούλης 



(φotoart Gary Stewart)

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

μη και χάσουμε απ' τα μάτια μας τη δυνατή ζωή







Να σεργιανίσουμε τα ημίφωτα,
να κατεβάσουμε το θεό και να τον αναθεματίσουμε με όλη την ύπαρξη

Με βλένες γράφονται τα σύστιχα του μυστηρίου;

Λιώσαμε κοθόρνους στις πλατείες που κεντράρουν το χάος 
..κι ένα ξημέρωμα όπως κοιτάζουμε το θόλό ταβάνι, 
στο ύστερο της ύστατης στιγμής, 
αντί για φως κρεμεται η δυνατή ιδέα όπως η νυχτερίδα, 
έτοιμη για τον χθόνιο αιθέρα 
και τόσο ευχαριστημένη στο κουρνιαχτό. 

Ατενίζοντας τη δυική τελιώτητα, 
την όμορη αντίχηση, 

Πνίγονται οι χαρακιές της ψυχής, με κατακάθια.
Λυένονται στις διατρυβές. 

Στάση εν νεφέλαις, 
δευετερολέπτων πρωτόνια στίγματα, 
διαπερνάμε ο ένας τον έναν και όλοι άλλοι. 
γωνία που τρυπάμε, βαγόνι του άχθους, 
παράγγελμα πληρωμής. 
Έναντί. 

Βγάλε τα γάντια και υπέγραψε.

Αυτό το μέρος, σαν θες, μοιάζει με κολυμπήθρα
κι έπητα τι αν με ένα έλασμα έμοιαζε πάντα, σπείρας.
Γι' αυτό μέσα του όταν είσαι είναι εξαίρετη φυλακή.
Άθλος για αναρύχηση.  

Πέρνα κατά τις πέντε το απόγευμα
, στις επτά θα έχω δουλειά, ...

Κάθε νύχτα ο πρίγκηπας φτύνει τα μπούτια της σταχτομπούτας να σβήσουνε 
Κάθε νύχτα τα μάγια τελιώνουν.

Κάποιο πρωί ξυπνάμε μαζί.
Τα σώματά μας ενωμένα σαν λεπτοδείκτες.
Ήλιον μνήμες μας ανεβάζουν στη Στάση εν νεφέλαις, φρέαρ, στοά, 
η Στάση στέκει μπροστά, κίονες στη σειρά, αγορά,
κρατήσου γερά...

-1. 

Απ ,  
το έπιασα κι έκανα να το προσγειώσω
το είχα αγγαλιά μέχρι τα σύννεφα
όταν έφτασα είχε γίνει σύννεφα
γείσο, κουρτίνα, χαλί, χάρτης
Χάρτης! -χα χα Χα-

Χάρτης...........




(φotoart Vera Rockline)

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

αδιάγραφο






Το να πιστεύεις στην ελευθερία είναι άλλο πράγμα.

Πνεύματα στο κερί, σπάνε, τρίζουν, μουρμουρίζουν ιδιοτροπίες
στη δικιά τους γλώσσα, σ'αυτή που μιλούσαν στα όνειρά τους
Γυρέυοντας μεταφραστή, εκφραστή, ..απογόνους
Όλο φραστ και φρούστ τα πνεύματα
κι αν δεν έχω το τετράδιο με τις σημειώσεις
περνά ο καιρός και ξεχνιέται η γλώσσα τους.

Αφήσεμε την έννοια να αιωρήτε αφηριμένη
Το εμβολίζουμε, το πετάμε,
το ρίχνουμε στο συναίσθημα
, απ' αυτό ζητάμε την έννοια.
 και πρότερα λέγαμε πως δεν είμαστε ζώα 

Τα πνέυματα γυρνάνε πολύ και ξέρουν ένα πράγμα παραπάνω
μα επιμένουν, λες σοβινιστικά,  να μιλούν την γλώσσα τους,
Έχουν να πουν τα πάντα για το ύστατο μουγκριτό
Ως το βίωμα της ελευθερίας
, τον σκοπό της ζωής δηλαδή
το νόημα της ζωής
Την αγάπη του Θανάτου.


Το πνεύμα που μιλά όλες τις γλώσσες, το ολικό πνεύμα
, για να μιλήσει τη γλώσσα μας
, λογικά όταν ακούσει τη γλώσσα μας  

, όταν του κάνουμε τόπο



Κάτσε να ακούσεις Την ιστορία..



(fotoart spitha)




 

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

ΠΟΣΕΙΔΩΝ - ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ





στα ανάκτορα έδρα

Νυκτόβια παρέα
πατερά Τιτώ

η σάντα φλώρα
στη βούτα γυρνά
θάνατο κερνά

λερά των νεράϊδών νερά

πανταχού παρώντα
ιύώντα πεφυκότα

σανίδωσέ το μωρή
σάπια μάρμαρα

κέντα στη λεωφόρο
γιατρό στάκα φων
στο σορό μαγγανία
μπραχάλια σωστά

ιδέα καριόλα
τη φόλα
όλα στη κατσαρόλα

γατιά στα σκουτιά ξεσκονίζουν
το βιβλίο πρό της καταστροφής
υπερφυσικά

γαμιόλη Νταντά
στη πυρά
ανοξύδωτο σκεύος

δώστα πάρτα
αρχίδι Στρατέ
κύριε αν μου πήτε πού
είναι αυτή και πως
αφειδώς

Καταλάνικα πράσινες Ισπανικές ερημιές
σ' εγγλέζικα κεφάλια
Ζιγκουάλα
Ναξίωτικο Συριανό
χάθηκε...........


ΤΗ νυκτα στα είδωλα
¨Ηχοι φεγγοβολάν
Αρμάζωντας λάφυρα
λύτρα του ΠΟΙΟΥ

Εφιάλτη που ήθελε να νικήσει
να ταξιδέψει και να μη γυρίσει



(fotoart by she)

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Ο ακίνητος δρομέας





      Ο παλαιστής που αποφασίζει να παλέψει με το χρόνο, αλείφει το κορμί με λάδι για
να γλιστρά απ' την πανίσχυρη λαβή του. Όμως ο χρόνος, ως γνωστόν, δεν έχει χέρια, γι'
αυτό κανένας δε μπορεί να του ξεφύγει.


     Αυτός που παραβγαίνει με το Χάρο, στην ταχύτητα, κι είναι πιο γρήγορος, φτάνει
στο τέρμα πρώτος.

     Ο πρωταθλητής του ύπνου κοιμάται κι ονειρεύεται ότι κοιμάται.

     Κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων μέσα σ'ένα πηγάδι.

     "Που πάτε μέρες μου" ρωτά, ΄"μικρά πουλιά, γιατί πετάτε, για που τραβάτε
βιαστικά;"
      "Εμείς δεν πάμε πουθενά, εμείς δεν είμαστε πουλιά, στεφάνι επτάφυλλο είμαστε,
πέτρινο κιονόκρανο στου χρόνου την αμετακίνητη κολόνα. Εσύ πηδάς αδιάκοπα, εσύ
αποδημείς προς μια εποχή πιο παγερή, προς ένα ατέλειωτο χειμώνα".
     

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ



(fotoart William Blake)

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Fenestra locutaria περί αοράτων





 "Τον ήχο τον παράγουν πάντα οι παλμικές κινήσεις των σωμάτων που διαθέτουν έστω και ελάχιστη ελαστικότητα."



Με ένα μποέμ μυστήριο
έκοψε εισιτήριο
μανταρισμένη τρύπα
λάμπα για παρατηρητήριο

δυναμητάκια σβήνουν νεροπίστολα
βλέμματα ασύστολα
ρουφάνε την κοιλιά τους
κι είν΄το περπάτημα τους
εσταυρωμένοι στο βυθό

τι να πεις...

παιχνίδι στημένο
με διαιτητή στριμμένο
για τα τουβλάκια του
για την εργατηκήν περιβολή

to be and the sympathy
  fresca loca fenestra locutaria

τα νιάτα τα μπερμπάντικα

με πενηντάρι προσπέρασα τα καλύτερα εργαλία
 τα δάκτυλα της πουτάνας αγάπη μου
μοιάζαν τόσο με τα δικά σου...

βάλσου κι όρμα
στη μύτη πλάγιασε το καΐκι
ανασηκώνει το φρύδι
thunder κατσίκι

Δολοφόνε,
θα σε κόψει φέτες ο τροχός,
αναβοσβήνει



(fotoart/ destroy Athens)


Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Εφτά φορές






"
Εφτά φορές έχω περιφρονίσει την ψυχή μου:
Την πρώτη, όταν την είδα ν' αδρανεί εκεί που θα μπορούσε να κερδίσει ύψος.
Τη δεύτερη, όταν την είδα να κουτσαίνει μπροστά στους σακατεμένους.
Την τρίτη, όταν είχε να επιλέξει ανάμεσα στο εύκολο και στο δύσκολο, και επέλεξε το εύκολο.
Την τέταρτη, όταν διέπραξε ένα λάθος και παρηγορήθηκε επειδή κι οι άλλοι κάνουν λάθη.
Την πέμπτη, όταν υπέμενε λόγο αδυναμίας, και απέδωσε την υπομονή της στη δύναμη.
Την έκτη, όταν περιφρόνησε την ασχήμια ενός προσώπου, αγνωόντας ότι ήταν μια από της δικές της μάσκες
και την έβδομη, όταν έψαλε έναν ύμνο λατρείας, και το θεώρησε αυτό υπεροχή.
"

Καλίλ Γκιμπράν



(fotoart Κωστής Τζαϊλάκης)

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

"μερικές γυναίκες"





"Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις κλειδιά που ανοίγουν ερμάρια ντουλάπια συρτάρια σεντούκια κουτιά γραφεία κονσόλες βιβλιοθήκες ψυχές προοπτικές που ανοίγουν ανοίγματα στους τοίχους που ανοίγουν διάπλατα πόρτες παράθυρα που ανοίγουν κλειστά μυαλά και γραμματοκιβώτια που ανοίγουν διαθήκες υποθέσεις μητρώα χρηματοκιβώτια (με οξυγόνο) και κρεβατοκάμαρες όπου κοιμάται κάποια ύπαρξη περιπόθητη με αντικλείδια! Έτσι, δεν θα αργήσει να έλθει μία εποχή, κατά την οποία ο κάθε Αχιλλέας, ο κάθε Ιάσων θα είναι δέσμιοι, ενώ θα είναι ελεύθεροι στους πέντε δρόμους οι τέσσερις άνεμοι στις διαταγές του πρώτου τυχόντος Οδυσσέα. Οι δρόμοι αυτοί είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν και από τα πέταλά αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες. Επειδή, βέβαια, ο περίπλους γύρω από ένα σώμα λείο γυμνό τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει το άλλο… ψαύοντας δάχτυλο το δάχτυλο εωσότου ο κόλπος όλος ερευνηθεί και ανοίξει το αίνιγμα που σφιγμένο κρατούν οι ωραίοι μηροί! Έτσι, η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος!  "


του Νάνου Βαλαωρίτη


(fotoart Floros)

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Μπουλντόζα στο σωρό



 
Επιπέδου άνθρωπος, ξέρεις, σ'αυτό το αίσχατο επίπεδο, όπου καλήσε να τα βάλεις με το φρικτότερο τέρας. Ηλεκτρονικό παιχνίδι ένα πράγμα. Αλήτης περιοπής να λέει την τελευταία πρώτη, "θέλω να μιλάμε μόνο για γαμίσια", εδώ η ζωή τελιώνει, καντίλια, αγνώστου προελεύσεως μπικικίνια και τα τοιαύτα.." γι' αυτό σ'αγαπώ δικέ μου, για τη ζεμπεκιά και το ντόπιο ταμπάκο". Να μιλάμε την ίδια γλώσσα, να γλύφουμε τα ίδια δόντια -της κομμώτριας με το κόκκινο μαλλί- λίγη περιπέτεια για να μη πλήτουμε σ' αυτή την πόλη, να το ξεζουμίσουμε το τεκνό. Δεν είπα να το ξεφτιλίσουμε, να το εκφυλίσουμε, πρώτη δευτέρα ..πέμπτη, έκτη, όπισθεν μέχρι να ακουστεί το μπαμ, να καεί η μηχανή και να ξενερώσεις να πείς έλα μωρέ με τη κομμώτρια με το κόκκινο μαλλί που σου γυάλισε όπως μπάνιζε το τσόκαρο να περνά στο δρόμο και ότι θες, εναλλάκτική είναι και μαλακίες να είναι, επειδή δηλαδή αντί να συχνάζει σ'αυτά τα ψευτομπαρόκ νεολαιίστικα συχνάζει στο καφενείο για ούζα. άσταδιάλα, ίσα που βλέπουμε τον εαυτό μας στην κρούστα του πηγαδιού, στο μέταλλο και τη τζαμαρία. "ξέρεις εσύ, γι' αυτό σ'αγαπώ δικέ μου". Λίγο για τη διαστροφή, γιατί όταν σου μιλάω σοβαρά, ή γράφω, παίρνεις αυτό το μπλανζέ, το απλανές λες και τα απευθύνω εκεί που ξέρεις. Αλλά που να πλανηθείς, γίνεται; Εδώ, να τρίβουμε τα γριτσινάδια των δακτήλων για μουσική, στο πάλκο χαρτοπετσέτες με σημειώσεις. Μπουλτνόζες στο σωρό. Θα την εκφυλίσω αυτή τη γκόμενα, τη κομμωτριούλα, το πιτσιρικάκι, το έχω, ανοιχτό πουκάμισο, μαύρο σουτιέν, χαμηλοκάβαλο παντελόνι φάνκι... Εκεί μέσα να μπω να την κάνω να σπαρταράει, να χύσει δέκα φορές, να έχουμε ζήλιες και σκηνικά στη πλατεία. Να μη πλήτω "δικέ μου", με την φυσιολογική ζωή. Λίγο ενδιαφέρον, για λίγο, στης κομμώτριας το λίγο να τρίψω το ποδήλατο απο τις σκουριές. Ξέρεις, διαλυμένη οικογένεια, μάνα μητρομανής, ενδιαφέρον τυπάκι. ..κι όταν αρχίζουν να βγαίνουν οι ρίζες βλέπουμε σε ποιό ρημάδι είναι να περάσουμε νύχτα. αφού ρε δε τα γουστάρω τα αποστειρωμένα, τα ατσαλάκωτα, σα ψοφίμια είναι, κούκλες. Φυσιολογική ζωή, κι έτσι, φυσιολογική ζωή περιμένοντας το σεισμό.


(foto by net)

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

"και δε σκεφτήκανε οι θεοί να χτίσουνε μια σκάλα"






Είμαι εδώ μαζί σου και θέλω να πάρω αγκαλιά αυτόν το σκύλο που φεύγει με τον άλλο σκύλο
Σε κοιτώ, άνθρωπος με χείλη και βλέμμα ανθρώπινο που κοιτά στο αλλού
Έρχεται ο σκύλος ψάχνοντας το ξεροκόμματο κι εγώ δε ξέρω, έχω το βλέμμα το ανθρώπινο που μόλις πιάνω το στυλό απομακρύνονται όλα ναρκωμένα

Σιδήρου κόκκινο
της Δήμητρας το είναι μου σοδειά
φωτιά γεννιέμαι
δαμάζομαι στο σχήμα

Χύθηκε το κρασί στο γυαλί σου ουρανέ
στης ζωής το πόρισμα
πορεία πόσιμη τα τέσσερα μισά..


Βλέμμα ανθρώπινο, χείλη ανθρώπινα
μορφασμός ερωτικού πόνου
και τουαλέτα ζώου

Σιαγόνων κάθειρξη σε ισόβια τελετή
Ξένοι λοιπόν,
άγνωστοι εραστές φωτογραφίας
Έλα
Ήρθες
τι να σε κάνω;

Δε μπορώ να καταλάβω τι βλέπεις!
Εσύ τι βλέπεις;

Πάρε μου το χαρτί να χαθούμε...
Πάρε το χαρτί και το στιλό απο δώ να χαθούμε..


Να ζήσουμε τη μικρή πραγματικότητα του ορίζοντα
τα σύνορα της σάρκας σπάζοντας
ξεριζώνοντας άπειρο από ένα τετραγωνικό χώρο
με την ευρύτητα της φοράς
Απαστρέπτον μένος των αναπνοών

Αδάμαντα λαγώνια λάλοντα
λόγια απο παράδοξο ξόδεμα
Άδη αφή
εδάφη
ραγισμένα σκαλοπάτια
.... επ' άπειρον
επι πάπυρον...

Καβάφη, Καρυωτάκη, Σεφέρη
Κάθαρση εις μνήμην μάτην
σ' ασύδοτη σύνδεση υπαρχόντων
αρκούμενα εις άρκτου ρέμβη
φτου σκουλικομερμιγκότρυπα
κι ερήμην ρίμες

(fotoart V.Kelaidis)

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

στο άστυ στη στάση







Αχ βρε κομπολογάκι μου!
με ποιό iphone να σε συγκρίνω...


(fotoart by spitha)

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

" ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ "






Μην πετάς ποτέ ποτέ
σε άδειους ουρανούς
παραδείσους μακρινούς
ποτέ μη ζητάς.

Δε θα δεις ποτέ ποτέ
το φως τ' αληθινό
σ' έναν κόσμο σκοτεινό
το φως δε θα δεις.

Ο άνθρωπος κάθε φορά
τρελά δανείζεται φτερά
και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί
για μια χαμένη Κυριακή.


Ν.Γκάτσος


Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

χειρόφρενα στους χωματόδρομους





πάλι κατούρισα ηρώα σπιτάκια
πουτάνα επαρχία ποιά μέρα θα μας ξεράσεις
αποκεφαλισμένους σε μια ελιά

τα τέσσερα παιδιά που μου υποσχέθηκες
ξυπόλητα σεργιάνι κι αλητεία
μέχρι τον Ειρηνικό
στα νοητά τα όλα

νοσταλγία
γιαπιά βομβαρδισμένα
για μιά μνεία
για το "ένα" εσύ

να πουλήσω ένα ακίνητο να το φάμε
είν' που θα βρέχει
το 'χω δει
"τι λες, πήρε τίποτα η μάνα κι ο πατέρας μας μαζί"

πήγα πάλι πάνω κι αυτός ο γκέκας
ο αδέσποτος το είχε φάει όλο το φαϊ του
κι ήταν τιμή μου που συνδιαλέχτικα
μ' αυτό το δαγκωμένο τάσι

Αναστάση!
πέρνα
κερνάω καφέ

οι κουκουβάγιες λάκιξαν
κάπου ποιό ήρεμα θα ασθμαίνουν το ρυθμό τους
που ήταν στο μέτωπό τους
τρόμος κι αντάρα

άκουσε..
έρχομαι απ΄τις νεφέλες
των σκιών τα άγρια χόρτα
είμαι εκεί
στην πόρτα...



(foto by spitha)


Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Galway Kinnell ...κι όποιος αντέχει!!!






Η ΑΡΚΟΥΔΑ

1
Βαθιά μες στο χειμώνα
βλέπω καμιά φορά σ' αναλαμπή κομμάτια ατμό
να βγαίνουν από
μια ρωγμή στο γερασμένο χιόνι
σκύβω και βλέπω έχει χρώμα πλεμονιού
και με τη μύτη μου στη γη
αναγνωρίζω
την παγωμένη, ανθεκτική οσμή της αρκούδας.

2
Παίρνω του λύκου το πλευρό το κάνω
μυτερό κι απο τις δύο άκρες
και το λυγίζω
και το παγώνω μες στο μουρουνόλαδο και το αφήνω έξω εκεί
στο διάβα της αρκούδας.

Κι όταν ξαφανιστεί
κινούμε προς τα χνάρια της αρκούδας
γύρω γύρω περπατώ
ώσπου να φτάσω στο πρώτο, αβέβαιο, σκοτεινό
πιστίλισμα στο χώμα.

Και ξεκινώ
τρέχοντας, ακολουθώ τις πιτσιλιές
του αίματος που τον κόσμο όλο γυρνάνε.
Και στα μέρη της κοψιάς. της μαχαιριάς και της ανάσας
σταματώ κι εγώ να ανασάνω
εκεί που σούρθηκε και άφησε σημάδι
εκεί που ξάπλωσε στην κοιλιά της πάνω
για να περάσει μια οργιά του ραγισμένου πάγου
κι εγώ ξαπλώνω
σερνάμενος προς τα εμπρός μ'αρκουδομάχαιρα στις φούχτες.

3
Την τρίτη ημέρα αρχίζω να λιμοκτονώ
το σούρουπο σκύβω όπως το είχα φανταστεί
σ' ένα σκατό πνιγμένο στο αίμα
και διστάζω και το μαζεύω
και το βυθίζω στο στόμα μου και το καταβροχθίζω
και σηκώνομαι
και συνεχίζω το τρέξιμο.

4
Την έβδομη ημέρα,
ζώντας τώρα μόνο μ' αρκουδίσιο αίμα,
διακρίνω πέρα μακριά το κουφάρι της ανάσκελα, στραγγαλισμένο,
ένα κήτος αχνίζοντας
με τη βαριά της γούνα να τη δέρνει ο άνεμος.

Την πλησιάζω
κι ατενίζω τα σμιχτά, μηδαμινά της μάτια,
την αλλόφρονα
μορφή της απλωμένη στον ώμο της, τα ρουθούνια
ανοιχτά ν' αρπάζουν
ίσως πεθαίνοντας
την πρώτη μυρωδιά και της δικιάς μου οσμής.

Χαράζω
μια χαράδρα στο μπούτι της μέσα και τρώω και πίνω,
και τη σχίζω απο πάνω ως κάτω
και την ανοίγω και την σκαρφαλώνω
και την κλείνω πίσω μου, αέρας μη με πιάσει,
και κοιμάμαι.

5
Κι ονειρεύομαι
ότι βαριοπατάω πλατύποδος
πάνω στην τούνδρα
μαχαιρωμένος απο μέσα δυό φορές
αφήνοντας πίσω μου μονοπάτι με σταγόνες,
σταγόνες παντού όπως κι αν παραπατάω
όποια παραβολή της υπερβατικής αρκούδας,
όποιο χορό ερημιάς κι αν δοκιμάζω,
όποιο άλμα στο έλεος της βαρύτητας
όποιον Γολγοθά, όποιο κλάμα.

6
Ώσπου μια μέρα παραπατώ και πέφτω·
πέφτω πάνω σε κείνη
την κοιλιά που προσπάθησε τόσο σκληρά ν' αντέξει,
να χωνέψει το αίμα όπως έσταζε μέσα της,
να σπάσει και να χωνέψει κι αυτό το κόκαλο· και τώρα ο μπάτης
πάνω μου φυσάει, φυσάει και παρασέρνει
τα απαίσια ρεψίματα του κακοχωνεμένου αρκουδοαίματος
και του σάπιου στομαχιού
και την συνηθισμένη, άθλια αρκουδομυρωδιά,

φυσάει και φέρνει
στην πρησμένη μου παράλυτη τη γλώσσα ένα τραγούδι
ή μια στριγκλιά όσο να πω πρέπει να σηκωθώ
και να χορέψω. Και κείτομαι ακίνητος.

7
Ξυπνάω θαρρώ. Φώτα από έλη
εμφανίζονται ξανά, χήνες
ακολουθούν ξανά το μονοπάτι τ' ουρανού.
Στη χαράδρα της κάτω απ' το παλιό χιόνι η αρκουδομάνα
κείτεται, με τη γλώσσα
φτιάχνοντας σχήματα από κηλιδωμένο τρίχωμα
και μάτια βροχερά. Και μπρος μου
ο Γολγοθάς της τριχωτής πατούσας,
η επόμενη, αγκομαχάω,
η επόμενη,
η επόμενη,
όλες τις υπόλοιπες μέρες μου
πλανιέμαι· κι αναρωτιέμαι
τι ήταν λοιπόν
το γλοιώδες έγχυμα αυτό, η απαίσια γεύση αίματος, η ποίηση αυτή, που με έζησε;





ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΚΟΤΑΣ

1
Μπρούμυτα
με το πρόσωπο μας
στις εαρινές νύχτες, τα δόντια μας
χωμένα σε κότας φτερά, με κομμάτια κότας

ακόμη κολλημένα στο δόντι ανάμεσα -αχ
να μπορούσαμε να αφεθούμε
σαν εκείνη, να ριχτούμε
στη λύπηση του σκότους, σαν την κότα,

να κρύψουμε το κεφάλι
κάτω απ' τη φτερούγα, να μείνουμε ακίνητοι
λίγες στιγμές, όπως εκείνη
πέφτει στη μικρή της έκσταση μες στα μαγικά βοτάνια
ή να γυρίσουμε ανάποδα
να μας χαϊδεύουν μ' ένα δάχτυλο
ως κάτω τα φτερά του λαιμού
ως κάτω τους κόμπους του λαιμού
κάτω, πάνω απ' το σιγοτραγούδισμα
του γιάντες που κουρντίζει τις υψηλές του νότες σε λεπτό αίμα,
κάτω, πάνω απ΄ το ανασηκωμένο στέρνο
που ξεμυτίζει απ’ τη σάρκα του στήθους, ώσπου το θρεμμένο πράγμα
να χυθεί πηχτό, με το κεφάλι
πεταμένο πίσω
στου χασάπη το κούτσουρο, λαχταρώντας μονάχα
να πεθάνει.

2
Όταν το πελεκο-
μύριστο αεράκι ανθίζει
ολόγυρά της, τα μάγουλά της βυθίζονται,
το λειρί της
γκριζαίνει, το ορνιθοστομάχι
που γυρίζει τις χίλιες ξινές μυλόπετρες της μοίρας της
συσπάται· ώριμο ή όχι
το επόμενο αυγό, σκαμπανεβάζοντας
τη σφαίρα του από χρυσή γη,
γλιστρά και πέφτει απαλλάσοντάς την ακόμη
κι απ’ τη μέλλουσα ζωή.

3
Σχεδόν μεθυσμένος
απ’ την γαληνεμένη βαρύτητα, παραμένω κινητικός
της κότας ανθός
από χέρι κρεμάμενο,
φτερούγα
της φτερούγας μου
του σκελετού και της φλέβας μου,
της σάρκας μου
οι τρίχες σηκώνονται σ’ ολόκληρον εμένα στο πρώτο αεράκι-αερικό
μετά το θάνατο,

φτερούγα
καμωμένη μόνο για να πετά –ανήμπορη
να καταγράψει τους καημούς του να ‘σαι ανήμπορος
να κρατήσεις άλλον στην αγκαλιά σου – κι ανήμπορη
να πετάξει
και περιμένοντας, έτσι,
να ‘ρθει μια γλυκιά, μελλοντική φλόγα στα κύτταρα,
που μια μέρα, κατά τας γραφάς, θα την φέρει πίσω
στους ροζ ουρανούς, όπου οι χήνες
διασταυρώνονται το σούρουπο, κρώζοντας
σε άπειρες γλώσσες.

4
Έχω κοιτάξει στα κλεφτά
στο φως του ψοφιμιού, το ανοιχτό κουφάρι
της κότας, τον όγκο των μικρότατων
αγέννητων αυγών, καθένα
όλο και μικροσκοπικότερο όλο και πιο κίτρινο όπως πάει κατά πίσω
ως τον παγωμένο πολτό
του υπαρχτού, έχω νιώσει το μηδέν
να μαρμαρώνει γύρω απ’ το δάχτυλο που αργά μέσα βουτάει.

5
Όταν οι Βόρειοι Φωτισμοί
άνοιγαν στον μέλανα ουρανό και χάνονταν,
αυτοπυρπολούμενοι
τόσο τέλεια  που χάνονταν,
πλησίασα στο μάτι μου τη
διάφανη σπάλα του κριαριού

και σκέφτηκα ξαφνικά
πως μπορούσα να διαβάσω το σύμπαν που τον εαυτό του συλλάβιζε
όταν τεράστια σπασμένα γράμματα
τρέμαν διασχίζοντας τον μαύρο ουρανό και χάνονταν,

και σε μια στιγμή
σ’ ένα παίξιμο του ματιού, κατάλαβα
πως ο κότσιφας θα τραγούδαγε όλες τις νύχτες του την κραυγή ενός όπλου
το δέντρο θα κράταγε τα κόκαλα του σκοπευτή που διάλεξε να
μην πηδήξει κάτω;
το τριαντάφυλλο θ’ άνθιζε, κανείς δε θα το δεί,
ο χαμαιλέων που λαχταρούσε ν’ αλλάξει εαυτό, θα ‘μενε χρώμα αίματος.

Κι ανέβηκα
στον ορνιθώνα και σήκωσα
την κότα τη σκοτωμένη απ’ τα κουνάβια κι έσυρα
το πιπιλισμένο
πτώμα μες στο πρώτο φως. Κι όταν την ανύψωσα
ανάμεσα στα μικρά πεύκα, ένα τελευταίο
λαστιχένιο αυγό γλίστρησε κι έπεσε όπως την πέταξα ψηλά, μήπως δε συνέβηκε
και οι νεκρές
φτερούγες δεν έτριξαν κι άνοιξαν όπως εκείνη υπερυψώθηκε και
πλανήθηκε
ως μέσα στην αγκαλιά της Άρκτου;

6
Μπρούμυτα με το πρόσωπο στο χώμα, περιμένοντας
τον αλέκτορα να βογγήξει
«είναι το άδειο πρωί» όπως βόγγηξε τρίς
για τον μαθητή
από πέτρα,
αυτόν που πέταξε έξω με το τακούνι του, τα μυαλά του όφι.

Θυμάμαι πάει καιρός έσπειρα
το μωρουδιακό μου
δόντι κάτω από κότας φτερά, φύτεψα κάτω από κότας φτερά
τον γάντζο
του γιάντες
που τόσο γλυκά είχε σπάσει προς το μέρος μου.

Για το μέλλον.

Που καταντήσαμε!

7
Άκου Κινέλ,
που σ’ άδειασαν ζωντανό
και μισοπεθαμένο σ’ ένα κρεβάτι-κούνια,
υπάρχει μια στρώση συντριμμένα φτερά όλο κι όλο
ανάμεσα σε σένα
και το μακρύ φρέαρ του σκότους ομοιόμορφο με σένα,
παράτα τα.

Ακόμη και τούτο το στοιχειωμένο δωμάτιο
μ’ όλα τα υλικά του φωτογραφημένα με τραγωδία
ακόμη κι ο μικρούτσικος σταυρωμένος που κρέμασε το πρόσωπο προς το κέντρο της γης,
κι αυτά ακόμη τα φτερά ελευθερωμένα για πάντα απ’ τις φτερούγες τους
φοβούνται.



ποίηση Γκαλγουέυ Κίνελ



(foto by net)

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

όλοι οι καθρέφτες






"
όσο επιτρέπουμε βλέμματα αλλήθωρα
όσο προβάρουμε την αυταπάτη
κανένα κάτοπτρο δεν μας χάριζε
ποτέ ενωμένο το Ένα του μάτι
"


Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

μη τον σκοτώσεις.








Του απολύτου η ερμηνία Έρωτας
σε δάσος μεσαιωνικό που πάγωσε ο χρόνος
     στης φωτιάς τη θέα
να σκιαγραφεί.


Πάρε και μείνε σκελετός
   πάνω στην πράξη απολιθωμένοι
Άγαλμα της Γης πρωτόπλαστο
    όπως η ιστορία γονιμοποιεί
         ανέκδοτη
τα Ω της δοτικής.




(foto by me/ Lakes)