Ψάθες
Όλα του κάμπου τα χορτάρια θέριεψαν ένα τεφρό σαν άχνη ανεβαίνει καψαλισμένη ζάχαρη καθρέφτης που μολύνανε προσωπεία πλείστα κάτω απ΄ τη γαλάζια σπηλιά λέει η αφή το πρόσωπό μου τί ουρανούς μετρήσαμε με τη μορφή του αλλιώς. Μέσα από κάμπο ήτανε αράζαμε σαν πουλιά στο σύρμα όχι στον όχθο που έστρεφε νερά βουνό να κοιτάς τρέλα θάνατος από θανάτους. Της αγάπης πρώτο σκαλί γυναίκα πλευρό μου πλάστηκες να μου ανήκεις πλάι πλάι θάλασσα μας πάει. Μαύρο βουνό στην αντηλιά λευκά σύννεφα αττικός κυανός διάφανη αίγλη αγνάντευα κινούμενη σκιά πουλί σε μαρμαρόπλακα. Εύκολος δρόμος για κει ο γκρεμός σβέλτο ελάφι με χαρακιές σε όνυχα βελώνα πυρωμένη. Γιατί έτσι ήρθε αίμα που άρδευε τα κάτω ξύλου και πότιζε η πέτρα έδενε θάνατο τέμναν κύκλοι αρχαίοι το βάραθρο. Ό,τι από ψηλά δεν μας ηρέμησε παλίμψηστα τα λόγια έρχονταν κι έρχονταν ρυθμοί που βύθιζαν στην ψυχή. Ώ καλάμι ώ στάχυ με κεφάλι χρυσό στο ένα έτριζαν της γης αρμοί ακούς ηχή και κόσμο ακούς. Ο χρόνος κάνει το σύμπαν ν αναπνέει σαν στήθος σαν αητός. Ο χρόνος ανατρέπει αιωνιότητες μπαίνει στα μάτια. Με τη λαβή σου από πίσσα καρφώνω σε μαχαίρι μου στο μνήμα η αιχμή σου δουλεύει τη ρίζα. Κρυφή στο παράθυρο η γλαύκη πίσω από φύλλα λύνεται δένεται ο ίσκιος όλος αστράφτει μεμβράνη σαν φεγγαριού τύμπανο ελευσίνια ώρα απέριτη ρίψη στο έν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σιωπή