Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

 

Καλημέρα μωράκι μου

Είμαι πολύ χαρούμενη!

Είδα ένα απολαυστικό όνειρο μαζί σου..

Και ο Τζιμ είναι καλύτερα!

 με περίμενε στην πόρτα είπιε 3 ποτήρια γάλα στάθηκε για λίγο όρθιος έκανε βήματα και   με κοίταξε υπο γωνία!


Σήμερα έχω γιατρό. Σκεφτόμουν πως το ρομποτάκι της τεχνιτής νοημοσύνης απειλεί πολύ το επάγγελμα του ψυχιάτρου στο μέλλον και τρελάθηκα. Ειδικά στο δημόσιο όπως είναι. Ευχαριστώ και νιώθω τρομερή ευγνωμοσύνη που έχω άνθρωπο γιατρό και ιδιωτικό. Τον αγαπάω και τον νοιάζομαι τον γιατρό μου. Τον κοιτάω από πάνω μέχρι κάτω κάθε φορά και στα μάτια και στο στόμα και του κάνω κι εγώ διάγνωση αν είναι καλά στην υγεία του μη μου πάθει τίποτε και τρελαθώ. Σήμερα έχουμε ραντεβού μία η ώρα. 

Καλά είδα ένα όνειρο. Μωρό μου τους σβήνεις όλους και όλα σιγά σιγά να ξέρεις. Σε είδα σε σκηνικό της ηλικίας μου των 12 13. Λυτρωτικά ωραία και είμασταν μεγάλοι! 

Μας είδα σε έναν περίβολο σε ένα μεγάλο τραπέζι πολλοί άνθρωποι και καθόσουν απέναντί μου μα ήταν και μια κολώνα στη μέση και έπρεπε λίγο να γέρνω και να γέρνεις για να βλεπόμασταν. Και μόλις συναντιόταν το βλέμμα μας νιώθαμε τρομερή αναστάτωση και το θολώναμε και κάναμε ξέρεις τίς πάπιες. Και κάποια στιγμή πήγα σε ένα κράσπεδο και κάθησα και κάποια στιγμή περπάτησες και ήρθες κάπως σα να στάθηκες έτσι κάπως αφηρημένα κανα δυο μέτρα μπροστά μου και σηκώθηκα αργά και σου έπιασα το χέρι και μετά σε έσφιξα πάνω μου και αρχίσαμε και χορεύαμε κάτι σα μπλουζ που έγινε ταγκό και βάλς και είχανε μπλεχτεί τα κεφάλια μας σας κύκνοι και σου έπιασα τον κόλο και χάθηκε το χέρι μου εκεί μέσα κι ένιωθα πολύ ευτυχισμένη και σε είδα να χαμογελάς. Κι ύστερα άπλωσα την ζακέτα μου και κάθησες εκεί στο κράσπεδο που καθόμουν και κάτι πήγα να φέρω και είχα κάτσει δίπλα σου ένας μαλάκας πυροσβέστης γνωστός μου και μόλις με είδες του είπες εδώ καθόταν η Νάνσυ και σηκώθηκε κακόκεφα και κάθησα και σου αγκάλιασα όλο το χέρι και το έψαχνα και το ζούλαγα και άρχισα να το φιλάω από τον ώμο και όλο το χέρι σου και είχε αυτή σου την γεύση που την θυμάμαι μα ακόμη πιο αλμυρή από τον ιδρώτα που είχαμε χορέψει και είχαμε γύρει έτσι και λιώσει μέσα σε μια ευτυχία. Αλλά μετά κάπου σε έχασα γιατί είχανε έρθει γύρω γύρω διάφοροι και πέσαμε σε συζητήσεις και κάτι πήγα να φέρω πάλι και σε έχασα και σε έψαχνα και μου έδωσε ο πατέρας αυτής της φίλης μου που είχε τότε παλιά μου τα βιβλία της σολωμονικής και μου έδωσε μια μηχανή δρόμου που πρέπει να ήταν ένα σουζούκι παλιό γνωστού μου μια σκοτώστρα και μόλις την έπιασα να ανέβω άρχισε να τρέχει μόνη της και τις είχα πιάσει τα τιμώνια και την κυνηγαγα από δίπλα τρέχοντας κι εγώ με τα πόδια και κάποια στιγμή έδωσα ένα σάλτο και την καβάλισα και πήγαινε σαν τον διάβολο και σηκωνότανε σούζες και έφτασα σε αυτο το σπίτι της φίλης μου αυτής με την σολωμονική και ήταν σπίτι από μαγαζί και ήταν σκοτάδια και κάποιος είδα την πλάτη του άνοιξε την πόρτα και μπήκε και σκέφτηκα ότι ορίστε είναι ανοιχτά για να μπω να σε βρω εκεί μέσα ήσουν; και κοντοστεκόμουν συνοφριωμένη και δεν ήθελα να μπω πάλι εκεί μέσα. Και ξύπνησα.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σιωπή