Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

πότε θα σε δω;


Να γράψω

Ίσως ένα μυθιστόρημα εποχής, συναισθημάτων, που ο νόμος και το μαχαίρι του είναι η καρδιά.
Μια καρδιά φορτωμένη γαϊδουρινά με ανθρώπους που λέν σ’ αγαπώ γενικά, ακανόνιστα και ίσως, δεν ξέρω, εγωιστικά.
Ίσως, σαν εμένα, δεν ξέρω.

Υγρή πλάνη


Καθώς περπατούσα στα λιβάδια της λάγνας ομορφιάς , νόμισα.. , από την πρώτη στιγμή βρισκόμενη εκεί, πως μόνο εγώ είχα το προνόμιο αυτό, και ήμουν ευτυχισμένη. Ήμουν εγώ ο Αδάμ και η Εύα μαζί στην πλατωνική τελειότητα. Η Θεά ,σαν μου έδωσε το κλειδί του αυτού παραδείσου, χαμογελαστά μου ψιθύρισε, είναι όλος δικός σου μωρό μου, μη το πεις σε κανέναν , ποτέ μη βάλεις στο όνειρο αυτό άλλο έμψυχο υλικό, είναι όλος δικός σου. Είναι η πλάνη σου, μη πλανευτείς και τη δώσεις. Μη πάς ποτέ στο πηγάδι αυτό κοντά, θα σε χάψει.

Το πηγάδι αυτό, το νερό, ..Θάλασσα ήταν.
Το κάλεσμα του γλυκές σειρήνες, φιλήδονες, χίλιες φωνές σε μία, μια μυστική μουσική μαγεία ηριδικής ολικότητας.
Το κάλεσμα του σε συνεπαίρνει, διαλύει τους πυρήνες κάθε θνητού, εκλεκτού σαν το ακούει, μια μαύρη τρύπα ξεκινάει απ’ το στομάχι και λύει και απειρίζει τα κύτταρα.
Εξαΰλωση η πτώση, βουτιά, ταξίδι στο χωροχρόνο. Αδρεναλίνη και οργασμός σαν αυτόν που ένιωσε μοναδική φορά της η γη παραλύοντας στου ουρανού την αγκάλη , σπαρταρώντας και γεννώντας τη θάλασσα. Η μέθη μου παραίσθηση, μοιάζει «παναίσθηση», «παναίθηση»!

Anyway

Πολλά από αυτά ίσως είναι μελαγχολικά, ίσως μπορούν να παρομοιαστούν με κάτι σαν φίλτρο που καθαρίζει την ψυχή της ποιήτριας τις ώρες κάθε δημιουργικής έξτασης και να την ελαφραίνουν από σκέψεις τρικυμισμένες και πιεσμένα συναισθήματα. Σε αυτό το σημείο πρέπει να πώ ότι όλα μου τα ποιήματα γραφτήκαν σε ρυθμό χείμαρρου ,το κάθε ένα μέσα σε λίγα λεπτά μόνο, σαν κάποιο μακρινό πλάσμα να μου τα υπαγόρευε, να μου τα απαγγέλει κάθε φορά από μέσα μου σαν λυτρωτής μετεμψυχωτης σε στιγμές αφόρητα συγκινησιακές. Είναι σκέψεις κι αυτές ποιητικές πάλι, μα πολλοί είναι αυτοί που λένε πως οι ποιητές είναι ανόητοι και φαντασιόπληκτοι.

εφηβηκές ανησυχίες

Η λογική , τα δεδομένα και το κατεστημένο είναι μία , μόνο μία , οπτική γωνία . Ένα σημείο του κύκλου . Ο κύκλος έχει άπειρα σημεία και τα πράγματα έχουν άπειρες οπτικές γωνίες . Δεν υπάρχει σωστό και λάθος , δεν υπάρχει τρέλα και λογική . Κοιτάζω τη θάλασσα και την ονομάζω ουρανό , την ξαναβαπτίζω . Κανένα λάθος , καμιά τρέλα , απλά μια καινούρια λογική. Άσε που ένας φιλόσοφος είπε πως είναι μεγάλη ηλιθιότητα να ακολουθάς την κοινή λογική, γιατί πολύ απλά η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι μέτριοι έως χαζοί.Η τρέλα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια συνήθεια που αν καταχραστείς μπορεί να γίνει εμμονή , εξάρτιση , ναρκωτικό . Το να καταφεύγεις σταδιακά στην τρέλα είναι κι αυτό μια άμυνα για να αντέξεις την πεζή καθημερινότητα και να την κάνεις πιο συναρπαστική . Όμως , όσο πιο συχνά διαφεύγεις εκεί τόσο δυσκολεύεσαι να επιστρέψεις , κι όσο δυσκολεύεσαι τόσο περισσότερο διαφεύγεις εκεί , ώσπου στο τέλος ξεχνάς τελείως την πραγματικότητα ή δεν την αποδέχεσαι καθόλου και ζεις αποκλειστικά στον δικό σου μαγικό εύθραυστα ανύπαρκτο κόσμο .

Το Τρένο


Κάθε εποχή έχει και μια μυρωδιά
την δική της μυρωδιά
χόρου , χρόνου , τόπου
Σημαδεμένοι από τόσες μυρωδιές και μνήμες
μέσα σε ένα τρένο που προχωρά με άγνωστο τέρμα.
Χρώματα που αλλάζουν,
μια εικόνα διαφορετική το δευτερόλεπτο,
βουνά , πεδιάδες , ποτάμια,
εποχές με φώς , με σκοτάδια.
Προχωρώ , προχωρώ μα είναι ίδιο το τρένο,
κι από το ίδιο βαγόνι όλα τούτα κοιτώ
το βαγόνι του τρελού εαυτού μου,
το βαγόνι που εγώ κατοικώ

(foto by me)

Πιο κάτω

Στο δρόμο της απόλαυσης
στην τροχιά των κολασμένων
ίσως ξεθάψω την αυγή
ζωή παθών χαμένων .

Πόσο μακρυά με παίρνεις άνεμε
πόσο κοντά στο θάνατο με φέρνεις
με μάγεψε το άγνωστο ,
δώσ’ μου φωτιά και ‘επειτα την πέρνεις .

Η θεά προστάζει να δεί τη συνέχια
κι εγώ ψάλλω ήμνους αρχαίους ,
θα προστατέψει ξανά την ιέρια
πάντα βοηθά μοναχά τους γενναίους .

Μυησέ με , θέλω να δω και πιο κάτω
συνέχια σ’ ακούω φωνή , μου μιλάς
οι εκλεκτοί σου πάντα πληρώνουν ,
τους εκλεκτούς σου θεά να φυλάς .

Οδηπορικό

Οδηπορικό στη γή του θανάτου
ξεκίνησα τη μέρα του χαμού
είχα ένα χάρτη σκισμένο στην τσέπη
και τη μαγεία του αγνώστου στο νού .

Περιπλανήθικα μήνες στ’ αλώνια
κι είδα ανθρώπους θαμένους στη γή ,
είδα το σώμα να λιώνει τη μέρα
και η ανάσα να βγαίνει τη νύχτα βραχνή .

Τι το ωραίο με κρατάει εδώ ,
τι κρύβει η ψυχή μου που θέλω ακόμα να δω ,
είναι η νύχτα εφιάλτες γεμάτη
και μια θολούρα κριμένη στο μάτι .

Να ‘ταν μια μέρα πρωί φωτινό
κι ένα καράβι γοργό να μας πάρει
με καπετάνιο εσένα οδηγό
και την ελπίδα πανί στο κατάρτι .

Για ‘μένα


…Ένιωσα την ανάσα μου
να χτυπά στο πάτωμα
και να γυρίζει πίσω .
Είμαι τόσο κοντά λοιπόν ,
παραδώθικα κι έπεσα κάτω?

Κύματα


Σε μια έρημη άκρη
σε μια ξερή παραλία ,
σα το κύμα ερχόσουν
ξαφνικά και χανόσουν .
Η ζωή σαν νερό
σα βαθυά , μαύρη θάλασσα
πότε πότε ηρεμούσε
και ξανά τρικυμούσε .
Μια βραδιά με παρέσυρε
και στις ξέρες σου μ’ έσυρε
μα πριν προλάβω να νιώσω
τις μικρές σου χαρές
πιο βαθιά της με πήρε
για χιλιάδες φορές .
Στο κορμί μου σημάδια
απ’ τα βράχια σου μείναν
και για άλλες ακτές
φάροι κι όνειρα γίναν .
Κι άλλα κύματα ήρθαν
κι όπως πάντα χαθήκαν ,
μα όλα φύγαν με λεία
απ’ τη ξερή παραλία .

(foto by Era)

Ο Δρόμος

Αν βρεις τον δρόμο που ανεβαίνει
αυτόν που ψάχνεις χρόνια για να δεις
αυτόν που μέσα σου πάντα θα μένει
π’ οδειγεί στο βράχο της πιο όμορφης πηγής

Ένα σημείο είσαι , το κέντρο του κόσμου
όνειρο κλεμμένης αξίας που άλλοι εκπροσωπούν ,
φτιάξε αυτό που έχεις μέσα σου και δώσμου ,
αυτό που οι άλλοι δεν μπορέσαν να δουν .

Μη φοβάσαι , η ζωή θα σου δείξει το δρόμο
αυτόν που προσπαθούσες καιρό για να πάς
αυτόν που κρυφοκοιτούσες δειλά απ’ τον ώμο ,
αυτόν που παράφορα μισείς κι αγαπάς

Κοινή Ζωή



Χάραξε γύρω κι ο ήλιος μου κλείνει το μάτι
αυγής ροδοπέταλα στρωθήκαν στο δρόμο εμπρός
χαζά παιδιαρίσματα , παιχνίδια στην άκρη
κι αγνότητα στέκεται στα όνειρα ιππότης-φρουρός

Δικαίωμα μού δωσες θεέ μου να ζήσω
κι έγω σ’ ευχαρίστησα διψώντας για νέους σκοπούς
κι ορκίστηκα μέσα μου βαθιά στις αλήθειες
τη ζωή μου να σώσω απ’ τους κοινούς της ρυθμούς

Μα βλέπω μπροστά μου κοινή τη ζωή μου
χωρίς ένα χρώμα απο άλλο ουρανό
πρωί σαν ξυπνάω και βράδυ σαν πέφτω
φοβάμαι μια μέρα οτι δεν θα σηκωθώ

Σαν όλους που πέρασαν δεν θέλω να ζήσω
δεν θέλω να ξέρω το τέλος πριν δω
τα όνειρα που έκανα δεν θα χαραμίσω ,
δεν θα ξεψυχήσω σαν κάθε θνητό .

Σαν φτερό

Και ο χρόνος κυλάει…κυλάει
κατεβαίνει βαθεία στο γρεμό…
…είναι ο άνεμος τόσο απαλός
που για λίγο σε φέρνει πιο πίσω
μα ξανά σ’ οδηγεί στο κενό
Στον γρεμό κι αν θα φτάσεις , στο τελος ,
είν’ το τέλος του πόνου φρουρός
δε γυρνάς πια ποτέ σου εκεί πίσω ,
έτσι προστάζει του ανέμου ο χορός .
Το φτερο σου εχει φύγει έχει πέσει
μεσ’ τη λάσπη του χρόνου πληγή ,
δεν μιλώ τι να πώ πια δεν ξέρω ,
κάποτε ήξερα κι ήταν ζωή .
Τώρα καίμε κηδείες στιγμές μας
τώρα όλα φύγαν , χαθήκαν εκεί ,
και ο χρόνος κυλάει…κυλάει
και αφίνει λακούβες βαθυές
σαν τις ρόδες παλιού ποδηλάτου
που έχουν σπάσει χιλιάδες φορές .
Τι είν’ αυτό που ο χρόνος σκεπάζει
κάθε τι που έχει ζήσει στο φώς
της ημέρας , της νύχτας , του χρόνου
για να αρχίσεις ξανά μοναχός ?
Η ζωή μου μονόδρομος μαύρος
δεν γυρνάει η μέρα ξανά
κι αν γεμίσει ο χρόνος μου ο άδειος
θα γυρνώ τις σελίδες μπροστά .

Παραλληρισμοί

Η ψυχή και το σώμα λένε ,
διαφέρουν , μα συνυπάρχουν ,
όμως οι ανάγκες της σαρκός
μεσ’ το μυαλό μας άρχουν

Σκοτώνουν κάθε σκέψη ορθή
κάθε ντροπή και γνώση
είναι εξάρτηση σκληρή
σαν ηρωίνης δόση

Κι αν προσπαθήσεις πολύ
πιο πολύ θα υποφέρεις
ο νους τη σάρκα ακολουθεί
σαν πρόβατο αγέλης

Όταν το σώμα αναζητά
τα πάθη να λυτρώσει
κάθε σου σκέψη σταματά
κανείς δεν θα σε σώσει .

Άναρχοι κόσμοι

Γαλάζιος ο ορίζοντας ανοίγει μπροστά
κι εγώ ταξιδεύω στα άσπρα πελάγη
γνωρίζω κόσμους , ανοίγω πανιά
για χώρες που φτιάξανε μάγοι

Ζώ στα όνειρα μου με άγραφους νόμους ,
χτίζω παλάτια κι ευθείς τα γκρεμίζω
πλέω συνέχεια σε άγνωστους δρόμους
και σε ένα λεπτό την ζωή μου πλουτίζω

Συνήθιζα χρόνια να κάνω ταξίδια
με όνειρα χίλια να πιάνω στεριά
μα πάλι γυρίζω συνέχεια στα ίδια
και νιώθω πως είναι για όνειρα αργά .

Ο βασιλιάς της πατάτας

Είναι πρωί και η μοναξιά με φέρνει αντιμέτωπη με τη Νάνση. Θα ήθελα να περάσω κάποιες μέρες μαζί της ώστε να μπορέσει να μου ξεδιπλωθεί. Συνήθως η παρέα μου της αρέσει, την ταξιδεύει σε κόσμους που βρίσκει χαρά και γέλα. Είναι φορές πάλι που δε με αντέχει, αυτή μου η παθητικότητα την τσακίζει, της φέρνει αγωνία στην εσωτερική της εγρήγορση και φυλακίζεται στην αδράνεια μου πονώντας. Σα να μισεί τη βόλεψη μου, συνεχώς με τσιγκλάει και τη μισώ. Δε καταλαβαίνω γιατί μονίμως δείχνει ανικανοποίητη, τι κενά γυρεύει να γεμίσει δεν ξέρω.

Τη θυμάμαι μικρή μέσα στη ντουλάπα να νιώθει ότι είναι το κέντρο του κόσμου, και αργότερα στην πρώτη της εφηβεία να σπάζει το κεφάλι της μήνες ψάχνοντας το τέλειο πολίτευμα που θα την έχριζε παγκόσμιο ηγέτη, φανταζόμενη μια εικόνα χαοτική. Το πλήθος να παραληρεί σε ζητωκραυγές όταν σηκώνει τα χέρια, οι μάζες να ποδοπατιούνται, να ξεκοιλιάζονται και ο όγκος τους να φτάνει πιο πέρα από αυτόν που χωράει το μάτι.
Ηγέτης του κόσμου, πάνω από όλους, επί γης θεός, μονάρχης αντίχριστος, ευτυχία. Νόμιζε πως θα το βρει, μα τι έπαρση κι αυτή, ένα Χιτλερικό γουρούνι.

Εμένα μου έφτανε η ευτυχία που ένιωθα στην κούνια της γιαγιάς κάτω απ’ τη συκιά τα μεσημέρια του καλοκαιριού σαν όλοι κοιμόντουσαν, εκτός απ’ τον τζίτζικα
που μου τραγουδούσε σε «electro beat» τέμπο, και μου άδειαζε το ρευστό μου μυαλό.
Άφηνα τη Νάνση να ζωγραφίζει σβάστιγες υπέρ της «μεγάλης ιδέας» και μάζευα λουλούδια για τη μαμά μου που θα ερχόταν σε ένα μήνα. Στόλιζα τα βάζα στον σοφρά με τα κουζινικά και τις κούκλες της αδερφής μου, οι οποίες περίμεναν ανυπόμονα να τους μαγειρέψω πατάτες τηγανητές με λεμόνι.

Εγώ, ο μεγάλος ηγέτης της πατάτας!

Νάνση μου, σε πειράζω, μ’ αρέσει να σε πειράζω και να σε προκαλώ, έτσι όπως είσαι φαντασιόπληκτα μεγαλομανής. Μ’ αρέσει να σε τρομάζω γιατί λες πως δεν τρομάζεις ποτέ, πως αντέχεις τα πάντα, πως περπατάς στη φωτιά, πως τα κάνεις όλα με τις υπεράνθρωπες θεϊκές σου δυνάμεις. Πώς να σου πω πως ο τέλειος κόσμος σου, που ηγείσαι, ο πλανήτης αυτός είναι τόσο μικρός όσο ένας θνητός εγκέφαλος, αδύνατο. Πώς να σου πω ότι τρομάζεις όταν τρομάζω, ότι με τρομάζεις.
Βοήθα με λίγο «μεγάλε ηγέτη» να σου ηγηθώ στον κόσμο αυτό τον πραγματικό.

Εγώ κι Εσύ,
σιαμαίες ψυχές
Με δύο εγκεφάλους
και δύο καρδιές
στο ίδιο σώμα,
μέχρι το χώμα.
Αταίριαστες και βαριές,
πάντα οι λύπες
ντυμένες χαρές.
Καρναβάλι μου μοιάζω
και σε κάθε πορεία
παράλληλους χαράζω
σε χάρτες ναυτικούς
με ακτογραμμές και υφάλους
βάθη και πορείες αβέβαιες.

Όπως θέλει ας μας πάει ο καιρός,
υπήρξε δάσκαλος πάντα σοφός.


Όταν καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι, μας αγκάλιασες χωρίς διακρίσεις. Τι πρωτόγνωρο συναίσθημα και οι δυο στην ίδια ζεστή αγκαλιά, να την σφίγγουμε με το ίδιο πάθος, να μας ερεθίζει και τις δυο, να μας καθηλώνει, να μας συμφιλιώνει.
Μόλις φεύγει, νυχτώνει, και τσακωνόμαστε και συνεχώς διαφωνούμε. Εγώ τη βόλεψή μου και συ να τα θες όλα.
Μα σαν έρχεται πάλι, κοιτιόμαστε και κάνουμε συνωμοτικά, με τα χείλη και το δείχτη, το σήμα της σιωπής, μην τυχόν τρομάξει και φύγει.

Μας αρέσει. Πολύ. Μας αρέσει όταν δε φορά πλαστικά γάντια, ή μάσκα, ή στολή, ούτε να παίρνει απόσταση ασφαλείας, να μη χρησιμοποιεί τίτλους και τρόπους ευγενείας, να απαξιώνει το «σαβουάρ βιβρ», το οποίο τότε μοιάζει με ξυρισμένους πιθικανθρώπινους τύπους μπροστά μας. Τι κρίμα που ο Καντ και ο Δαρβίνος δε μας γνωρίσανε τότε, εκμηδενίζονται τα έργα τους, τα τοποθετούμε στην κλίμακα του μετρίου, επιεικώς, γιατί αυτός ο συδιασμός εκτινάσσει τον πήχη.
Φαντάζομαι τον Διογένη, όπου κι αν βρίσκεται τώρα, να πετά το φανάρι του και να ξεχύνεται, ευτυχής πια, σε χορούς βακχικούς, ξέφρενα, εκστασιακά και μεθυσμένα.

Τόσο πολύ.
Και τόσο δύσκολο να τ’ αντέξει ο βασιλιάς της πατάτας, που βρίσκει κάτι το τόσο πολύτιμο πάνω στη γη. Ασήκωτο του είναι. Δε μπορεί να γίνει σκέτος υπήκοος, ένας υπάκουος υπήκοος, μόνο για βασίλισσα κάνει. Αλλιώς το βασίλειο θα γκρεμιστεί, θα παρακμάσει, χωρίς το φως και τη λάμψη της, στο έρεβος της μετριότητας του.

Τόσο δύσκολο να το αντέξει.
Τόσο δύσκολος ο δρόμος της γνώσης.
Τόσο ανύπαρκτη η μέρα χωρίς αυτή.
Ασήκωτη.
Πρόκληση για τις εσωτερικές δυνάμεις του βασιλιά της πατάτας.
Είναι η ώρα να αποδείξει πως δεν είναι πατάτας,
πως είναι βασιλιάς.
Για να δούμε..

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Η αλήθεια να λέγεται


Η Μπλάνς είπε: « δε λέω ψέμματα, λέω αυτό που θα έπρεπε να είναι η αλήθεια» δείχνοντας έτσι πως χανόμαστε και τσακιζόμαστε σ’αυτή την τρικυμία του πρέπει, του θέλω και του είναι.
Μα δέν είναι διαχρονικός αυτός ο δήθεν φιλελευθερισμός που συγκρούεται με τα βιολογικά ένστικτα του ανθρώπου!
Πιασμένη στην παγίδα του δυό, ίσως και τρείς φορές ήρθε η ώρα να το κατανοήσω.
Είναι αδύνατο να προσμένω ελευθερία στις σχέσεις που με τον χρόνο μεγαλώνουν και αγκαλιάζουν τα δύο πρόσωπα σαν κισσός που τα στερεώνει μαζί και κάθε κληδωνισμός προκαλεί τράβματα στο τρυφερό αυτό φυτό.
Έτσι προσπαθώντας μέσα στον φιλελευθερισμό να υπάρξει ο Έρωτας πεθαίνει μαρτυρικά στο σύχρονο περιβάλλον, δυστυχόντας τους νέους που θέλοντας και μη, βιώνουν την ατέρμωνη καταδικασμένει του ύπαρξη.
Τα πρότυπα σήμερα σφαλερά, και το φώς του οδηγεί στην μελέτη του μεσαιονικού χρόνου και του συντηρητικού ρομαντισμού, πολύ πρό της εποχής που ζούμε.
Ναι, είναι αλήθεια πως μόνο σε βιβλία και ασπρόμαυρα φίλμ άκοθσα για τον πρώτο, τον μοναδικό, τον παντοτινό Έρωτα που συνόδευε τους ερωτευμένους μέχρι τον θάνατο, ή τα βαθυά τους γεράματα, να νιώθουν και να συλλογιούνται το μόνο τους τέρι.
Κι εγώ, που έφαγα τα σάλια και τα υγρά κάποιων ανθρώπων, που ζήσαμε σύγχρονους έρωτες , είδα με θλήψη αυτό να περνά στην σφαίρα του παρελθόντος. Να ξεφτίζουν οι άνθρωποι, χρησιμοποιούμενοι ελαφρά, σαν την μόδα.
Κι έπητα, να μένουν στο μυαλό μια δυο σκηνές μόνο, απο τα τόσα χρόνια, κι αυτές αλλιωμένες και προσαρμοσμένες στα πρότυπα του εγκεφάλου, με ίχνος συναισθήματος. Μια θολή αναπόληση επιπολεότητας.
Όλα αυτά επαναλαβμανόμενα, με φθήνουσα τροχιά, ίσως μέχρι το κύκνιο άσθμα του ερωτισμού μας. Γιατί ίσως τα συναισθήματα να είναι χημεικές ενώσεις ουσιών, και να παύουν. Να είναι τόσο μαθηματικό το ζήτημα που να σε πιάνουν τα γέλια με τους απορυφθέντες που υποφέρουν καθημερινά στη σκιά του πόθου τους.
Το συμπέρασμα σίγουρα δεν πρέπει να είναι ματαιοπονία αλλά κατανόηση.
Η ματαιοπονία μπορεί εύκολα να εξατμιστεί με την μελέτη των συγγραμάτων του Πλάτωνα στο «περί Έρωτος» , στο σημείο που αναλύεται η καταγωγή του ανθρώπου, στο σιαμέο δέσημο των θυληκών και αρσενικών. Κάτι που μας δίνει ελπίδες να ζήσουμε τον απόλητο παντοτινό Έρωτα, λέγοντας μάλιστα οτι πρέπει να μη σταματήσουμε ποτέ να το ψάχνουμε, αφού αυτό θα είναι η μόνη ολοκλήρωση μας.
Η κατανόηση αυτού δίνει σκοπό και νόημα στο διάβα μας στη ζωή.
«Στη νεότητα να αποζητάς το ωραίο.
Στην ορημότητα θα το έχεις βρεί.»

(foto by me)

Το τραγούδι της Λήθης

Το τραγούδι της λήθης
που ξεκινάει βουβό θα σας πώ
Με ένα μακρόσυρτο «ο»
Που μικραίνει και γίνεται σαν τελεία
Ένας κόκος άμμου στην κλεψύδρα της ζωής
Στο σημείο που σβήνει και αφίνεται.

Είναι εύκολο σαν το θές, το αποζητάς
Έτσι απλά το κεφάλι γυρνάς και κοιτάς
Κάτι νέο, που η φαντασίωση της ανάγκης
Το ντύνει ιδανικό σαν Χίμερα

Μα κι αυτοί που πικράθηκαν
Που είδαν το βιός τους να πέρνει φωτιά
Γυρνούν πάντα την θολωμένη απο το κλάμα ματιά
Στο αγαπημένο
Που ξεμακραίνει
Που καίγεται
Κι η εικόνα του
Ποθούν να γεμίσει την μνήμη
Να τους ακολουθήσει
Στην χαρά και στην λύπη

Μακρυά απ’τη λήθη

Κάποτε


Άνθρωπος της ζωής μου
Περαστικέ,
με ζύγωσες
Στο ανέμελο διάβα
Παρέα του Έρωτα σου
Κι έπιτα ( στη ζωή )
Όταν το χέρι σου άφισα
Να πιάσω τα αγαθά της
Σ’έχασα
για να τα μοιραστούμε
Τα μίσησα τότε
Με μίσησα
Εμίσησα εσένα στο μέσα μου
Και δηλητιριάστικα
Έπητα
Είπα θα ξανάρθει
Και τρόμαξα
Έψαξα να βρώ τα λούσα μου
Να τα φορέσω
Τα ολίγα που άφισα πίσω
Χαμένα,
Αλήθειες και ψέματα
Κακοϋπομένα «πάντα»
Να Ζω
Πιστεύοντας
Τη μοναδικότητα
της αλλωτινής ευτυχίας
πως θα’ρθει.

14-04-08
(foto by me)

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

TΟ ΜΑΛΑΚΟ ΓΟΥΝΑΚΙ


Ήταν χειμώνας χωρίς ιδιαίτερο κρύο, δεν έβρεχε μόνο επικρατούσε αυτή η μουντίλα και η εσωστρέφεια της εποχής. Στο δωμάτιο μέσα στη ζέστη των τοίχων κάθησε ώρες ολόκληρες..

(η συνέχια βρήσκεται στο ομόνυμο link του χείμαρου)

Νυχτώνει καθώς περιμένω

Τόσο ποιητική,
γεμάτη ελπίδα , ζωή..
Μια ζωή οριακή, έντονη, με χαρά και πόνο,
όπως προστάζει η μοίρα.

Η μοίρα μια παιχνιδιάρα σκύλα , μισότρελη και χαδιάρα, που σαν την κοιτάς στα μάτια ζαλίζεται.
Είναι πιστή σύντροφος και ποτέ δεν σε δαγκώνει αν την ταΐζεις.
Να την τρέφεις να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, να μην σταματά ποτέ να μεγαλώνει.
Να σε οδηγεί όταν χάνεις το φως σου , έξω από τους λαβυρίνθους , τους φαύλους κύκλους, να γλύφεί και να γιατρεύει τις πληγές σου.


Ο νους μου τρέχει σε μια τέλεια παραλία με τον ήλιο καυτό και την άμμο κολλημένη πάνω μου, πάνω στο σκούρο δέρμα, το ηλιοκαμένο και ξεραμένα βρεγμένο..
Περιμένοντας το ηλιοβασίλεμα, τσουλήθρες στους αμμόλοφους, σου κλείνω το μάτι και προτείνω να μαζέψουμε ξυλαράκια για την φωτιά που θα μας συντροφεύει μέχρι εκεί.. και πιο κάτω..

Μα είναι χειμώνας βαρύς, λευκός, τόσο, με πρωτοφανή φαινόμενα , τόσο , που μας έχει καθηλώσει το βλέμμα στο τζάκι που καίει, στη φωτιά και το βουητό της , τη μουσική της , τα μπάσα που βγαίνουν από τις σπίθες των άγριων ξύλων..
Στη φωτιά.

Φωτιά και θέρμη
απομείναμε έτσι
αγκαλιά για πάντα
μέσ’ την ηφαιστειακή λάβα.

Το ίδιο βαγόνι


Εσωτερικές διαδρομές με τρένο
Πάλι από το ίδιο βαγόνι
Ξέχειλο με ψυχές διάφανες
Άχρωμες και ίσως νεκρές.

Μια ζωή στο ίδιο βαγόνι που βαραίνει με συναισθήματα, τόσο ώστε να τρίζει στις ράγες και να σπινθηροβολεί, να καίει τα όμορφα δάση.
Με ταχύτητα που αναπτύσσει, ψηλώνει, μεγαλώνει, ενηλικιώθηκε κάποτε και τη μέρα εκείνη δε κατάλαβε τίποτα, τίποτα δεν αισθάνθηκε από αυτά που περίμενε χρόνια πως θα αισθανθεί, μια κοινότοπη μέρα.
Αναπτύσσει ταχύτητα με αγωνία και κρυφή την ευχαρίστηση της αδρεναλίνης που σε γεμίζει ζωή, περιμένοντας την στροφή του εκτροχιασμού, τον κρότο, το τράνταγμα, τον ηδονικό τρόμο.
Μα ο άγγελος θα’ ρθεί πάλι να με σώσει.
Άγγελε μου θέλω να σε γνωρίσω,
να σε ρωτήσω γιατί?

07/05/07
(foto by me)

Του Προκρούστη η κλίνη

Η λάμψη του κεριού μου φέρνει πόνο στα μάτια
σα να κοιτώ τον ήλιο του μεσημεριού εν εκλείψη.
Πόσο μπορείς να αγαπηθείς μεσαιωνικό σκότος.
Εσύ και τα βασανιστήρια σου ας φέρνετε θλίψη.

Τι απόλαυση του Προκρούστη η κλίνη
με τραβά για να χωρέσω και να μπορέσω
την αγκαλιά και το χάδι κομμένο στη μέση ν’ αντέξω.

Σκότος γλυκό και τρυφερό χαϊδεμένο μυαλό μου.
Θάλασσα αγριεμένη, μανιασμένη, πονεμένη, κουρασμένη
γείρε εδώ στο γυαλό μου
γείρε να δω αν μπορώ να με συγχωρώ.

Μια μέλισσα στην παγίδα

Μια μέλισσα στην παγίδα
της χρυσαφένιας αράχνης απ’ τα χέρια του Μίδα.
Mε περίσια τέχνη ύφαινε τον ιστό της
χρόνια ξερνούσε από μέσα της
τη πολύτιμη χρυσαφένια παγίδα

Να τρέφει το σύστημα με ονειροπόλες ψυχές
ψυχές που γεμίζουν τ΄ αστέρια ευχές
ευάλωτες, ευαίσθητες, καλλιτεχνικά
ταραγμένες ψυχές.
Κι όμως, μετεμψυχωτή μου, πια
δε με λυτρώνουν οι λέξεις σου,
τραγούδια μοιάζουν από
την μπάντα της παρακμής σου
γραμμένα με χέρια τρεμάμενα,
ασθενικά, κουρασμένα,
πεινασμένα για άρμεγμα
ψάχνουν να ξεζουμίσουν
τη μυθική Αμάλθεια, να κλέψουν
γυρεύουν λίγη δύναμη θεϊκή
φοβισμένα, δύναμη ψάχνουν
συμπαντική.

Δίψα

Δίψα για επαφή,
Επαφή, επί της αφής,
ρόγες δακτύλων, παλάμες,
εγκέφαλοι και μυαλά χυμένα
πάνω σε άλλα μυαλά.


30/04/07

Το ροζ μονοπάτι


Kαθώς κοιτάζω
τον ήλιο να λαμπιρίζει στη θάλασσα
μοιάζει η εικόνα του
με τα πηχτά υγρά ενός αιδοίου
σαν γυαλίζουν λευκά και διάφανα
γλιστρώντας αργά μέσα στο ροζ μονοπάτι.

Κι έχω μείνει αποσβολωμένη
συνεπαρμένη με το βλέμμα εκεί
να κοιτώ τον ορίζοντα, τη γραμμή
την ατέλειωτη και άπειρη πηγή
που γεμίζει αργά το ροζ μονοπάτι.

Ασύνδετο

Περί εξ αποκαλύψεως ηθικής ο λόγος
Περί πεζής τρεμάμενης λογικής
Φοβίας της αλλαγής.

Θέλω να με δικάσει ο όχλος.

Περί εκκρινόμενων ουσιών
Αγύρτες, πραγματιστές ,
φιλόσοφοι και κριτές
Αλληγορικές παραβολές
ανοργασμικών χριστιανών

Περί αμαρτωλών ποιητών
Ο λόγος, ο πόνος ,
μόνος τρόπος.

Περί ηθικής ο λόγος
Ποια είναι άραγε , δε γράφτηκε ποτέ
.. για να γραφτεί στο νήμα της ίδιας της μοίρας,
της ιστορίας, στη φορεσιά την καμένη
που δωροδόκησα τους θεούς
να γραφεί στο σώμα,
στη γύμνια που διάλεξα,
να ξεσκίσει τη σάρκα μου
και να τη σημαδέψει για πάντα,
ο όχλος , ο λόγος,
η μοίρα και ο πόνος
μόνος τρόπος .

28/04/07

Μικροί Ποιητές

Μικροί ποιητές
του παράλογου εραστές
του τρελού και του μύθου
κάθε χάρτινου ήχου
Τραγουδούν δίχως νότες
στων ψυχών μας τις πόρτες
Πλάθουν κόσμους μαγείας
μιας τρελής φαντασίας
Ζωντανεύουν τις λέξεις,
χίλιοι κόμποι μιας πλέξης,
δυο σειρές, ενα ποίημα
στης καρδιάς μας το νήμα
20 / 5 / 99

Πιο κάτω

Στο δρόμο της απόλαυσης
στην τροχιά των κολασμένων
ίσως ξεθάψω την αυγή
ζωή παθών χαμένων .

Πόσο μακρυά με παίρνεις άνεμε
πόσο κοντά στο θάνατο με φέρνεις
με μάγεψε το άγνωστο ,
δώσ’ μου φωτιά και ‘επειτα την πέρνεις .

Η θεά προστάζει να δεί τη συνέχια
κι εγώ ψάλλω ήμνους αρχαίους ,
θα προστατέψει ξανά την ιέρια
πάντα βοηθά μοναχά τους γενναίους .

Μυησέ με , θέλω να δω και πιο κάτω
συνέχια σ’ ακούω φωνή , μου μιλάς
οι εκλεκτοί σου πάντα πληρώνουν ,
τους εκλεκτούς σου θεά να φυλάς .

ΘΕΛΩ ΑΓΑΠΗ.

Ότι θές

Του έρωτα και του πόνου μου η αδίστακτη φύση
αδειάζει ψυχή κυνηγώντας καρδιά να γεμίσει .

...

Ακονίζω εγώ κάθε μέρα το δίκοπο μαχαίρι σου
και μ’ ένα βλέμμα ψυχρού δολοφόνου το βάζω στο χέρι σου .

...

Ελα λοιπόν ... μαχαιριές και πληγές ...
έλα λοιπόν ... ότι θές ...

Το ψάρι μεσ’ τη γυάλα

Κοιτώ το ψάρι μεσ’ τη γυάλα
και όντος λέω ότι μοιάζουμε πολύ ,
στη βλακεία , στις κινήσεις και στη σκέψη
μα κυρίως στη μονάχη μας ψυχή

Κυνηγώντας γύρω γύρω κάτι ανύπαρκτο
μου θυμίζει τον εαυτό μου στη ζωή
μου θυμίζει κάθε ανούσιο περίπατο
του μυαλού μου που αναλύει τη στιγμή

Η διέξοδος στη γυάλα δεν υπάρχει
κι είν’ η γυάλα μου η χούφτα μου η μικρή
μα φοβάμαι μήπως άραγε μ’ αρέσει
το να κλείνομαι σε μία φυλακή .

Ώ , Θεοί !


Λάτρεις της ζωής ,
νύμφες του Πανός και ιέρειες του Διονύσου ,
στα λιβάδια της λάγνας ομορφιάς .
Μύστες των παθών και των πόθων ,
προχθές θυσίασα το μυαλό μου
στο βωμό της καρδιάς .
Και με ντύσαν με χρυσαφένιο χυτώνα ,
είδα των αετών το γενναίο αγώνα ,
λούστικα στης χαράς την απήθμενη στέρνα
και κρατιώμουν μόνάχα απ’ τ’ Αχιλλέα την πτέρνα .
Οί οιωνοί των θεών κελαηδούσαν ξανά ,
ήταν η ώρα να κλέψω του Ερμή τα φτερά ,
να ρουφίξω με δύναμη τον αέρα του Αιόλου
και να σπάσω με πάθος τα ρολόγια του Κρόνου .
Άκουσα ξάφνου της Αφροδήτης το κλάμα ,
στη παραλία του ονείρου μια πέτρα για τάμα .
Ξύπνησα απότομα στο βωμό της καρδιάς
με τον ξύλινο αυλό της ιερής καριδιάς .
Ώ , Θεοί σας δοξάζω ,
Θεοί γεμάτοι πάθος , Θεοί της ζωής .
Στο μονοπάτι που πήρα είναι κριμένη η αλήθεια της γής .
Ώ , Ζωή , Θεά των Θεών !
Ώ , Ζωή , Θεά των σοφών!


( Ζωή ,το δώρο που όλοι κερδίσαν , που όλοι είναι ίσοι μπροστά σ’ αυτό .
Μη βλασφημήτε άνθρωποι ποτέ το δώρο αυτό)

Ο Δικός μου εαυτός

Η ψυχή μου ξεράθηκε , βλέπω τον πάτο
με είχε γεμίσει της αγάπης σου η καταιγίδα....
Η ψυχή μου άδεια μα το μυαλό μου γεμάτο
γεμάτο τέρατα στων ξωτικών τη παγίδα .

Βρήκαν φωλιά στ’ άδειο σώμα θεριά να οικήσουν
παραμυθιού νεραιδένια νερά στον πνιγμό μ’ οδηγούν
...
κάποτε μέσα μου εσύ μόνο ήσουν...
τώρα τα τέρατα εντώς μου θα ζούν .

Αυτό το τέρας της λύπης , του πόνου
είναι η κόλαση , αέρας καυτός
μα όσο περνώ μονοπάτια του χρόνου
βλέπω πως είναι ο δικός μου εαυτός .

Ο Απαγορευμένος καρπός


Τι είναι λοιπόν ο απόκρυφος κόσμος μου
που οι άλλοι με δόρατα κι άρματα κρύβουν?
είν’ ο καρπός στη μέση του Παραδείσου τους
που σαν τον φας οι σιδηρόφρακτες θύρες ανοίγουν .

Θέλει θάρρος και τόλμη να ξέρεις
κι είν’ η τύχη τους τολμηρούς που βοηθά ,
τον καρπό σαν απλώσεις το χέρι να κόψεις
θα ‘ναι το πλήθος που από φόβο ή ζήλια κοιτά .

Είμ’ ενας άπατρης ταξιδιώτης στου ανέμου το άτι ,
καβαλάρης ψυχής και καρδιάς
είμαι όλα αυτά που εσείς θα φοβάστε
είμ’ όλα αυτά που από θεούς του θανάτου ζητάς .

Η απόμακρη μοίρα μου έχει πλέξει
μια φορεσιά που έχω κάψει στο βωμό της ζωής ,
μα η γύμνια του Παραδείσου μου είναι δίχως ντροπή
είναι ο ήλιος που στο μυαλό μου χαράζει νωρίς .

(art Dali)
14 / 2 / 2001

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Όταν θα παίρνεις τον δρόμο της φυγής, μακρυά απο αυτά που σου χάρισα, στο χρώμα μιας νέας αυγής. Μην ξεχάσεις την ευχή για το αστέρι σαν θα πέφτει στου παραθύρου σου το ζεστό καλοκαίρι.
Εγώ θα κοιτώ μακρυά τα κύματα που θα μου στέλνεις απο έναν βράχο στο Σούνιο ή θα ονειροπολώ στου Φιλοππάπου με φόντο την Ακρόπολη που κοιτούσαμε αγκαλιά ένα βράδυ παλιά. Για τις στιγμές του μέλλοντος που περνάν βιαστικά απο το τώρα, έστι για λίγη ώρα, έλα να με δείς απόψε.
Κόψε τις σκέψεις που ασπίδες γεμίζουν μια ψυχή τρυφερή και γενναία. Την είδα στη μάχη να τρέχει και έπαθα πλάκα.
Ένας αέρας φύσιξε κι έφυγε. Μια πλαγιομετωπική σύγκρουση με φιλική δήλωση προς πάν ενδιαφερώμενο. Κι αν θα αποζημιωθούμε θα πληρώνουμε κανα χρόνο έξτρα ασφάλεια.