Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Σκέψεις βροχής


Απόμεινα κουφάρι και έρμαιο του χρόνου
στα στενά μιας πόλης πάντα φωτινής
στη Γεωργίου το περίπτερο θα κλείσει
ξημερώματα στο δρόμο πια κανείς .

Σε μια τρύπα ενα κρεβάτι , μια καρέκλα
αυτό το σπίτι δεν χωράει αλλη σιωπή ,
σε περίμενα τρεις μήνες μπρός την πόρτα ,
μην αργίσεις να γυρίσεις σου’ χα πει .

Για δες μετράω δευτερόλεπτα στις μέρες
περάσαν μήνες κι ίσως χρόνια , δέν θα ‘ρθείς ,
το φρικιό μου ‘πε τελιώνουν όλα αλλάζουν
αυτο μικρή μου είν’ το νόημα της ζωής .

Το ξέρω αλλάζουν οι καιροί κι ας προσποιούμαι
κι ότι πέθαινει ξεκινάει αλλη ζωή
στη Πάτρα πάλι το φθηνόπωρο έχει αργήσει
θα περιμένω πάλι φέτος τη βροχή .

( ρ )

Σκέψεις βροχής
στο αχνό χάραμα μιας άγνωστης αυγής
Αγάπης κραυγή
ζωή μιας μέρας , κάποιας μέρας που θα ‘ρθείς .

Αρχή και Τέλος

Η αρχή και το τέλος , πιο τέλος?
όλα έχουν συνέχια αν δείς ,
θα γελάσεις , θα κλάψεις , θα τρέξεις
κι ειν’ το τέλος στιγμή μιας αρχής .

Με κινήσεις αργές σαν χορό ,
σε σπονδές στους θεούς των ονείρων
στο βωμό τις ευχές σου θα καίς
δίπλα απ’ το άψυχο σώμα ενός χοίρου .

Αποβάλλοντας ότι αγαπούσες
για να πάψεις άλλο πια να πονάς
προσπαθείς να τρυπώσεις στο χάος ,
την αρρώστια του νου να κερνάς .

Του καθρεύτη το είδωλο βλέπω
τρομαγμένο με άδεια ματιά ,
με κοιτά παγωμένο σαν ψόφιο
και ποτέ του δεν βγάζει μιλιά

Μαυρισμένα τα μάτια μου βλέπω ,
πως αλλάξαν σε τόσο λίγο καιρό ,
ποιοι τα αδιάσαν συνέχια ρωτάω ,
που έχει πάει της ζωής το νερό?

Αστεία Κηδεία

Όμορφος κόσμος , για δές τι αρμονία
χτυσμένος με άμμο σε κάπια εφηβεία

Περάσαν τα χρόνια και να σου τι κρίμα
βρεθήκαμε ξάφνου σε μία κηδεία .


Στα μaύρα ντυμένοι οι πάντες θρυνούσαν
μα όσοι το ξέραν βαθυά τους γελούσαν

Κρυφές ηρωνίες σ’ αυτή τη κηδεία
κι αστείο φενόταν δυο δάκρυα κρύα

Γιατί να δακρύσει , ποιός να λυπηθεί
σαν πέθανε κάτι πρίν κάν γεννηθεί

Για δείτε τη , να τη , δεν είν’ αυταπάτη .
Μπροστά μας κητόταν νεκρή η Αγάπη .

Ερωτευμένος σχιζοφρενής

Μια μέρα ηλιόλουστη , σαν ποίημα , χαρά θεού
λες κάτι να μου ‘τρωγε τη σάρκα του νού .

Την πίστη μου έχανα σε κάθε μου σκέψη
και νόμιζα τέρατα πως με έχουν μαγέψει .


Η τρέλα με ζύγωνε , την ένιωθα πλάι
βαθυά τις αλήθειες μου να κρυφογελάει .


Δεν ζήταγα θαύματα για να ηρεμίσω
και πάλι την σκέψη μου ορθά να την χτίσω .


Μα όσο χανόμουνα σε άγνωστους κόσμους
ξανά εδω δεινόμουνα στους λάθος ανθρώπους .

Και πίστεψα κάποτε πως ζεί η αγάπη ...
στην τρέλα με οδήγησε αυτή μου η αυταπάτη .

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

πανσέλινος

ποσα να θελω να πω και τιποτα, μονο να κοιτάζω μεσα στα ματια σου βαθια απιθμενα, ζωηρα.
ζωντανα την εικόνα σου να χω. με soundtrack τα ειχα όλα μια στιγμη μονη και μια στιγμη μαζι σου που κρατισε χρονια..σε λιγο. μακους ?
πουν το πουν το δαχτυλιδι? το βρήκες?

ΑΠΟΥΣΣΣΑ

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

talk talk εξομολόγηση

..τόση λογική και χάθηκε στο φαράγγι της έλειψης σου, η ηχός των γλυκών λόγων προτρέπει στην ψυχεδέλεια των ψεμάτων μας, αγάπη μου, πόσο ακάμα? πότε τελειώνει αυτός ο πόνος του τέλους? γιατί αρνούμε να σε σκοτώσω μέσα μου και ολημερής υπηρετώ το κατάκητο αυτό κομμάτι μου? κοντεύοντας να με εξοντώσω. κι εσύ να μη θές να υπάρχω, να βουλώνεις στώμα κι αυτιά. πάει ένας μήνας που εχω να λάβω νέα σου και όπως το ζήτησες θα περάσουν ακόμα πολλοί.
Έχει κανείς καμιά ιδέα τι να κάνω?
κρατιέμαι με αλυσίδες μακρυα απο το τηλέφωνο..
Ανθρώπινα μόνο, 8έλω ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μια κούφια μέρα

Μια κούφια μέρα

Ήρθε , και κρύφτηκα στην κουφάλα της

Αφουγκράστηκα την αναπνοή μου

Ένιωσα να υπάρχω σε αντίστροφη μέτρηση

Γεμίζει και αδειάζει η καρδιά μου με αίμα

Το ζω ανιαρά και έντονα, ανάμεσα σας

Κάπου εκεί δίπλα σας,

Σε απόσταση προσεγγίσιμη

Να ψάχνω έστω τον έναν

Εκ των δισεκατομμυρίων

Κάτι που μαθηματικά ακούγεται δύσκολο

Πόσο μάλλον όταν κολλώ

Στο λάθος του δείγματος

Για χρόνια.

Για να πω τελικά πως έμαθα κάτι.

Για να συνεχίσω την αναζήτηση

Περιοδικά . Ελπίζοντας

Για να πε8άνω τελευταία Μαζί της

Την αγάπησα. ήταν λά8ος, μα..

Ένιωσα τα σωστά «αγαπώ»

Μια κούφια μέρα να σκέφτομαι.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Νοσταλγίας Καράβια

Τα μάτια μου κλείνω

για να χαθώ στο μαύρο τοπίο

που σαν βυθός σκούρος μοιάζει

μιας ψυχής που ησυχάζει .

...

Κι όμως κρύβει ναυάγια

κρύβει όνειρα άδεια ...

... νοσταλγίας καράβια

μ’ άναμνήσεις στ’ αμπάρια .

Βρέχει

Φυσάει βοριάς, αγέρας αλήθειας

ξεσπά βροχή κι ο κόσμος ξανά

γεμίζει στάλες μοναξιάς,

θολά νερά συνήθειας

Όλοι και μόνοι, πόρτες κλειστές,

τέσσερεις τοίχοι μια παρωδία

άνθρωποι άδειοι, κενοί, τυπικοί

κούφιας ζωής τρελοί εραστές

Ψάχνω συνέχεια χωρίς να μιλώ

την μάσκα που θέλουν να βάλω

θέλουν να κλαίω ή να γελώ ;

θέλουν να ζήσω χωρίς ν’ αγαπάω ;

Φύγε κι εσύ, ξωτικό, μαύρο τέρας

δεν θέλω μπελάδες, δεν θέλω κακό

δεν θα μου δείξεις εγώ πως θα ζω

πώς θα κοιτάζω το φως της ημέρας

Δικαίωμα έχω ζωής και αξίας

δικής μου τρελής λογικής

κάθε μου λάθος δεν με σκοτώνει

με σπρώχνει στην πηγή της ζωής .

...

Ακόμα βρέχει, τώρα χωρίς βροχή

χωρίς ψιχάλες, χωρίς σύννεφα, χωρίς λογική

βρέχει συνέχεια χωρίς διακοπή

βροχή που γεμίζει την άδεια ζωή .

Τα παλάτια του χθες

Τα φώτα θαμπά

ο αέρας με πνίγει

κι αγάπη σου λίγη

για ν’ αντέξει στο φως .

Οι σκιές στο σκοτάδι

αναμνήσεις θυμίζουν

και στη σκέψη μου χτίζουν

τα παλάτια του χθες .

Είν’ ο χρόνος κλεψύδρα

που με σκόνη γεμίζει

την ψυχή που σαπίζει

στο μυαλά και στο νου .

σαν παραμύθι..

Γεια σου,

Γυρίζεις, θα σε περιμένω. Μου έλειψες, αλήθεια. Ένιωθα ένα κενό και μια έντονη θέληση να σε έχω. Με πήρες τηλέφωνο και ούτε που καταλάβαινες τι έλεγες, τι ζητούσες. Περίμενα πολύ μα σε βρήκα. Τρία κριά αναμένα. Λατρεύεις τους μονούς αριθμούς, δεν θές την ισορροπία.

Τα αστέρια όπως κάθε νύχτα ψηλά, μόνο που απόψε που σε σκεφτομαι μοιάζουν να με κοιτούν αυτά και να με ζηλεύουν, που σε βρήκα.

Χθές μέσα σε όλα μου είπες ότι είμαι τυχερή, πολύ τυχερή. Αρχίζω να το αισθάνομαι. Μου λείπεις, μου λείπεις πολύ με τα δεδομένα μου. Θυμάμαι το βράδυ που σε βρήκα ψάχναμε και οι δυό τον έρωτα, έναν άνθρωπο να ερωτευτούμε.

Σήμερα το πρωί ξάπλωσα γύρω στις 8 π.μ. μα δε κατάφερνα να κοιμηθώ. Ένιωθα σα να έρχεσε μέσα απο το όνειρό σου και να με παίρνεις. Που θα φτάσουμε άραγε?

Γεια σου,

Απόψε το στομάχι μου δένεται κόμπος. Κάτι φορές όταν σε κοιτάζω και σε χαζεύω είναι σα να έχεις βγέι απο το παραμύθι που μου έλεγε η γιαγιά και μου άρεσε τόσο πολύ που μου έχει μίνει μόνο το συναίσθημα και τα λόγια δε τα θυμάμαι. Τόσα λόγια που ξέρω και στερεύουν μποροστά στην εικόνα σου. Απλά σε κοιτάζω χωρίς να μιλώ, σε κοιτώ και πάλι το στομάχι μου δένεται κόμπος.

Μέσα μου μια επιθυμία ασυγκράτητη, μια έκρυξη που σαν απελευθερώνω διαλυεί το σύμπαν μου για να βρεθώ μαζί σου, στο δικό μας πλανήτη, μέχρι να πέσει κι αυτός σαν αστέρι. Και θα είμαστε εμείς πάλι, στη γη, αγκαλιά σφικτά, σε μια παραλία, κοιτάζοντας αυτό το αστέρι να πέφτει, να ευχυθούμε να κρατήσει για πάντα. Να ευχυθώ να λυποθυμίσω στα χέρια σου μέσα σε έναν τρελό οργασμό για να σε κοιτώ μετά και να γελώ απο ευτυχία. Μαζί σου νιώθω να αλλάζω τον κόσμο.

Υπάρχοντας μέσα σου σα να μη μπορώ να υπάρξω αλλόυ. Να θέλω να υπάρχω μόνο για σένα.

Όταν ήμουν μικρή συνεχώς ονειρευόμουν, εξερευνούσα, μαρεσε πολύ να γνωρίζω καινούρια πράγματα. Φαίνεται πως έψαχνα να σε βρώ και να σταθώ έτσι απέναντι στον άνεμο που πάντα με σπρόχνει, να σταθώ κόντρα του και να σε κοιτώ με αίσθημα ολοκλήρωσης.

Σ’αγαπώ και χάνομαι στο συναίσθημα, αναστενάζω και γελάς, γελάς και μου φτιάχνεις τη μέρα.

Απίστευτο το πως και το γιατί, η ιστορία θα τα πεί όλα και εμείς θα πρέπει να τη χειροκροτίσουμε, ήτε μας δικαιώσει ήτε όχι. Παρόμοιες ιστορίες δεν υπάρχουν, ούτε θα υπάρξουν ποτέ. Κι αν η πείρα της ζωής μας διδάσκει αλλιώς, θα εναντιωθώ με ποροία στο Σύνταγμα με μια κραυγή για τον Σαιξπιρ που στέκεται φύλακας άγγελος των ερωτευμένων.

Μερικές λέξεις, απλά, για να θυμηθώ να μη ξεχάσω. Αγκαλιά, κύμα, ανάσα και καμπανάκια.

Είσαι ένα άτι ταξιδιάρικο, πως να σε φτάσω, πως να σε γεμίσω και με τί.

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Η τζούρα


Είναι κάποιες στιγμές μεγαλομανίας που κυριεύουν το σώμα μου, μια ασθένια που με βασανίζει για χρόνια. Η χώρα της ουτοπίας, η τζούρα που θα μου δώσει τα κέρινα φτερά, μα θαρρώ εξασθενεί καθώς η οριμότητα έρχεται να παγώσει τα όνειρα τα παιδικά μου.
Η τζούρα ασπίδα προστασίας των ονείρων ή μαλακία επαρχιότηκης σκέψης. Μα σε όλα αυτά εσύ είσαι μίλια μακριά τους, είσαι σε άλλο κομμάτι του μυαλού μου. Είναι ένα παιχνίδι χημείας που μου παίζει ο θεός, ξέροντας πως τα συναισθήματα μου είναι ποτάμια αστήρευτα για εσένα, αγνά.
Δε θέλω να γίνεις το διάλημα, θέλω να είσαι το μάθημα της ζωής που υπομονετικά θα μου βάζει στο κεφάλι την άλλη μεριά, την άλλη σελίδα. Η υπομονή είναι τέχνη, κι εσύ καλητέχνης.
Είναι ένα ευαίσθητο σημείο αυτοελένχου, μιας αρρώστιας παλιάς που τα κατάλοιπα της θα μίνουν για χρόνια. Είναι οι ώρες που πληρώνω να βρήσκομαι έξω απο μένα, να χτυπώ το μυαλό μου με δύναμη για να αντέξω την προσμονή των ονείρων, την εφηβική μου πληγή.
Έχω γιατρέψει τόσα και τόσα, μυστικά που κανείς δε μου πήρε και με πήγαν στην τρύπα του Άδη βαθιά τόσο που ώς απο θαύμα βρέθηκα πάλι στης Γης τους ορίζοντες δυνατή, να μπορώ να αναλύω τη ζωντανή μου ζωή.
Είναι φουρτούνες σε ταξίδια πάντα μακρυνά, που μόνο γι’ αυτούς που ζητούν να χαθούν κάνουν.

[foto by Aurelien, Morocco]