Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Galway Kinnell ...κι όποιος αντέχει!!!






Η ΑΡΚΟΥΔΑ

1
Βαθιά μες στο χειμώνα
βλέπω καμιά φορά σ' αναλαμπή κομμάτια ατμό
να βγαίνουν από
μια ρωγμή στο γερασμένο χιόνι
σκύβω και βλέπω έχει χρώμα πλεμονιού
και με τη μύτη μου στη γη
αναγνωρίζω
την παγωμένη, ανθεκτική οσμή της αρκούδας.

2
Παίρνω του λύκου το πλευρό το κάνω
μυτερό κι απο τις δύο άκρες
και το λυγίζω
και το παγώνω μες στο μουρουνόλαδο και το αφήνω έξω εκεί
στο διάβα της αρκούδας.

Κι όταν ξαφανιστεί
κινούμε προς τα χνάρια της αρκούδας
γύρω γύρω περπατώ
ώσπου να φτάσω στο πρώτο, αβέβαιο, σκοτεινό
πιστίλισμα στο χώμα.

Και ξεκινώ
τρέχοντας, ακολουθώ τις πιτσιλιές
του αίματος που τον κόσμο όλο γυρνάνε.
Και στα μέρη της κοψιάς. της μαχαιριάς και της ανάσας
σταματώ κι εγώ να ανασάνω
εκεί που σούρθηκε και άφησε σημάδι
εκεί που ξάπλωσε στην κοιλιά της πάνω
για να περάσει μια οργιά του ραγισμένου πάγου
κι εγώ ξαπλώνω
σερνάμενος προς τα εμπρός μ'αρκουδομάχαιρα στις φούχτες.

3
Την τρίτη ημέρα αρχίζω να λιμοκτονώ
το σούρουπο σκύβω όπως το είχα φανταστεί
σ' ένα σκατό πνιγμένο στο αίμα
και διστάζω και το μαζεύω
και το βυθίζω στο στόμα μου και το καταβροχθίζω
και σηκώνομαι
και συνεχίζω το τρέξιμο.

4
Την έβδομη ημέρα,
ζώντας τώρα μόνο μ' αρκουδίσιο αίμα,
διακρίνω πέρα μακριά το κουφάρι της ανάσκελα, στραγγαλισμένο,
ένα κήτος αχνίζοντας
με τη βαριά της γούνα να τη δέρνει ο άνεμος.

Την πλησιάζω
κι ατενίζω τα σμιχτά, μηδαμινά της μάτια,
την αλλόφρονα
μορφή της απλωμένη στον ώμο της, τα ρουθούνια
ανοιχτά ν' αρπάζουν
ίσως πεθαίνοντας
την πρώτη μυρωδιά και της δικιάς μου οσμής.

Χαράζω
μια χαράδρα στο μπούτι της μέσα και τρώω και πίνω,
και τη σχίζω απο πάνω ως κάτω
και την ανοίγω και την σκαρφαλώνω
και την κλείνω πίσω μου, αέρας μη με πιάσει,
και κοιμάμαι.

5
Κι ονειρεύομαι
ότι βαριοπατάω πλατύποδος
πάνω στην τούνδρα
μαχαιρωμένος απο μέσα δυό φορές
αφήνοντας πίσω μου μονοπάτι με σταγόνες,
σταγόνες παντού όπως κι αν παραπατάω
όποια παραβολή της υπερβατικής αρκούδας,
όποιο χορό ερημιάς κι αν δοκιμάζω,
όποιο άλμα στο έλεος της βαρύτητας
όποιον Γολγοθά, όποιο κλάμα.

6
Ώσπου μια μέρα παραπατώ και πέφτω·
πέφτω πάνω σε κείνη
την κοιλιά που προσπάθησε τόσο σκληρά ν' αντέξει,
να χωνέψει το αίμα όπως έσταζε μέσα της,
να σπάσει και να χωνέψει κι αυτό το κόκαλο· και τώρα ο μπάτης
πάνω μου φυσάει, φυσάει και παρασέρνει
τα απαίσια ρεψίματα του κακοχωνεμένου αρκουδοαίματος
και του σάπιου στομαχιού
και την συνηθισμένη, άθλια αρκουδομυρωδιά,

φυσάει και φέρνει
στην πρησμένη μου παράλυτη τη γλώσσα ένα τραγούδι
ή μια στριγκλιά όσο να πω πρέπει να σηκωθώ
και να χορέψω. Και κείτομαι ακίνητος.

7
Ξυπνάω θαρρώ. Φώτα από έλη
εμφανίζονται ξανά, χήνες
ακολουθούν ξανά το μονοπάτι τ' ουρανού.
Στη χαράδρα της κάτω απ' το παλιό χιόνι η αρκουδομάνα
κείτεται, με τη γλώσσα
φτιάχνοντας σχήματα από κηλιδωμένο τρίχωμα
και μάτια βροχερά. Και μπρος μου
ο Γολγοθάς της τριχωτής πατούσας,
η επόμενη, αγκομαχάω,
η επόμενη,
η επόμενη,
όλες τις υπόλοιπες μέρες μου
πλανιέμαι· κι αναρωτιέμαι
τι ήταν λοιπόν
το γλοιώδες έγχυμα αυτό, η απαίσια γεύση αίματος, η ποίηση αυτή, που με έζησε;





ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΚΟΤΑΣ

1
Μπρούμυτα
με το πρόσωπο μας
στις εαρινές νύχτες, τα δόντια μας
χωμένα σε κότας φτερά, με κομμάτια κότας

ακόμη κολλημένα στο δόντι ανάμεσα -αχ
να μπορούσαμε να αφεθούμε
σαν εκείνη, να ριχτούμε
στη λύπηση του σκότους, σαν την κότα,

να κρύψουμε το κεφάλι
κάτω απ' τη φτερούγα, να μείνουμε ακίνητοι
λίγες στιγμές, όπως εκείνη
πέφτει στη μικρή της έκσταση μες στα μαγικά βοτάνια
ή να γυρίσουμε ανάποδα
να μας χαϊδεύουν μ' ένα δάχτυλο
ως κάτω τα φτερά του λαιμού
ως κάτω τους κόμπους του λαιμού
κάτω, πάνω απ' το σιγοτραγούδισμα
του γιάντες που κουρντίζει τις υψηλές του νότες σε λεπτό αίμα,
κάτω, πάνω απ΄ το ανασηκωμένο στέρνο
που ξεμυτίζει απ’ τη σάρκα του στήθους, ώσπου το θρεμμένο πράγμα
να χυθεί πηχτό, με το κεφάλι
πεταμένο πίσω
στου χασάπη το κούτσουρο, λαχταρώντας μονάχα
να πεθάνει.

2
Όταν το πελεκο-
μύριστο αεράκι ανθίζει
ολόγυρά της, τα μάγουλά της βυθίζονται,
το λειρί της
γκριζαίνει, το ορνιθοστομάχι
που γυρίζει τις χίλιες ξινές μυλόπετρες της μοίρας της
συσπάται· ώριμο ή όχι
το επόμενο αυγό, σκαμπανεβάζοντας
τη σφαίρα του από χρυσή γη,
γλιστρά και πέφτει απαλλάσοντάς την ακόμη
κι απ’ τη μέλλουσα ζωή.

3
Σχεδόν μεθυσμένος
απ’ την γαληνεμένη βαρύτητα, παραμένω κινητικός
της κότας ανθός
από χέρι κρεμάμενο,
φτερούγα
της φτερούγας μου
του σκελετού και της φλέβας μου,
της σάρκας μου
οι τρίχες σηκώνονται σ’ ολόκληρον εμένα στο πρώτο αεράκι-αερικό
μετά το θάνατο,

φτερούγα
καμωμένη μόνο για να πετά –ανήμπορη
να καταγράψει τους καημούς του να ‘σαι ανήμπορος
να κρατήσεις άλλον στην αγκαλιά σου – κι ανήμπορη
να πετάξει
και περιμένοντας, έτσι,
να ‘ρθει μια γλυκιά, μελλοντική φλόγα στα κύτταρα,
που μια μέρα, κατά τας γραφάς, θα την φέρει πίσω
στους ροζ ουρανούς, όπου οι χήνες
διασταυρώνονται το σούρουπο, κρώζοντας
σε άπειρες γλώσσες.

4
Έχω κοιτάξει στα κλεφτά
στο φως του ψοφιμιού, το ανοιχτό κουφάρι
της κότας, τον όγκο των μικρότατων
αγέννητων αυγών, καθένα
όλο και μικροσκοπικότερο όλο και πιο κίτρινο όπως πάει κατά πίσω
ως τον παγωμένο πολτό
του υπαρχτού, έχω νιώσει το μηδέν
να μαρμαρώνει γύρω απ’ το δάχτυλο που αργά μέσα βουτάει.

5
Όταν οι Βόρειοι Φωτισμοί
άνοιγαν στον μέλανα ουρανό και χάνονταν,
αυτοπυρπολούμενοι
τόσο τέλεια  που χάνονταν,
πλησίασα στο μάτι μου τη
διάφανη σπάλα του κριαριού

και σκέφτηκα ξαφνικά
πως μπορούσα να διαβάσω το σύμπαν που τον εαυτό του συλλάβιζε
όταν τεράστια σπασμένα γράμματα
τρέμαν διασχίζοντας τον μαύρο ουρανό και χάνονταν,

και σε μια στιγμή
σ’ ένα παίξιμο του ματιού, κατάλαβα
πως ο κότσιφας θα τραγούδαγε όλες τις νύχτες του την κραυγή ενός όπλου
το δέντρο θα κράταγε τα κόκαλα του σκοπευτή που διάλεξε να
μην πηδήξει κάτω;
το τριαντάφυλλο θ’ άνθιζε, κανείς δε θα το δεί,
ο χαμαιλέων που λαχταρούσε ν’ αλλάξει εαυτό, θα ‘μενε χρώμα αίματος.

Κι ανέβηκα
στον ορνιθώνα και σήκωσα
την κότα τη σκοτωμένη απ’ τα κουνάβια κι έσυρα
το πιπιλισμένο
πτώμα μες στο πρώτο φως. Κι όταν την ανύψωσα
ανάμεσα στα μικρά πεύκα, ένα τελευταίο
λαστιχένιο αυγό γλίστρησε κι έπεσε όπως την πέταξα ψηλά, μήπως δε συνέβηκε
και οι νεκρές
φτερούγες δεν έτριξαν κι άνοιξαν όπως εκείνη υπερυψώθηκε και
πλανήθηκε
ως μέσα στην αγκαλιά της Άρκτου;

6
Μπρούμυτα με το πρόσωπο στο χώμα, περιμένοντας
τον αλέκτορα να βογγήξει
«είναι το άδειο πρωί» όπως βόγγηξε τρίς
για τον μαθητή
από πέτρα,
αυτόν που πέταξε έξω με το τακούνι του, τα μυαλά του όφι.

Θυμάμαι πάει καιρός έσπειρα
το μωρουδιακό μου
δόντι κάτω από κότας φτερά, φύτεψα κάτω από κότας φτερά
τον γάντζο
του γιάντες
που τόσο γλυκά είχε σπάσει προς το μέρος μου.

Για το μέλλον.

Που καταντήσαμε!

7
Άκου Κινέλ,
που σ’ άδειασαν ζωντανό
και μισοπεθαμένο σ’ ένα κρεβάτι-κούνια,
υπάρχει μια στρώση συντριμμένα φτερά όλο κι όλο
ανάμεσα σε σένα
και το μακρύ φρέαρ του σκότους ομοιόμορφο με σένα,
παράτα τα.

Ακόμη και τούτο το στοιχειωμένο δωμάτιο
μ’ όλα τα υλικά του φωτογραφημένα με τραγωδία
ακόμη κι ο μικρούτσικος σταυρωμένος που κρέμασε το πρόσωπο προς το κέντρο της γης,
κι αυτά ακόμη τα φτερά ελευθερωμένα για πάντα απ’ τις φτερούγες τους
φοβούνται.



ποίηση Γκαλγουέυ Κίνελ



(foto by net)

1 σχόλιο:

Σιωπή