Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

ροδοπέταλα


 Το στομάχι μου έχει μουδιάσει από του πόθου το γαργαλητό . Οδηγώ κι αυτό με σκάει λες κι έχουν μπει εκεί μέσα όλα τα κρυφά μου όνειρα και χορεύουν καρσιλαμά τον ταμπαχανιότικο. Περνάν τα δέντρα στο δρόμο όπως τα φώτα στο διάδρομο που τρέχω τις σκέψεις μου πάνω σε ένα φορείο. Άσε με, δε ξέρω τι να σκεφτώ. Σε λίγη ώρα θα είμαι κοντά σου. Θα κάθομαι στο κρεβάτι σου και θα σε κοιτάω που ντύνεσαι να πάμε εκεί που είναι να πάμε, ούτε που με νοιάζει που θα πάμε, αλλά σίγουρα είναι πολύ πιστική η αφορμή. Βάζεις αυτό, βάζεις το άλλο κι εγώ παρακαλάω να δοκιμάσεις όλη την ντουλάπα για να χαζεύω την διαδικασία, να γίνει το στομάχι μου τζαζ ντραμ.  Ντρέπεσαι και λίγο και γυρίζεις από την άλλη και δαγκώνομαι με την πλάτη σου. Μ’ αρέσουν τα σπυράκια σου, τα σημάδια σου, το γήινο αυτό με τρελαίνει, -αυτό είναι ζωή μανούλα μου, να πιάσεις χίλιες ζωές σε ένα δέρμα! - . Με ρωτάς αν είναι ωραίο αυτό που φοράς και σου λέω ότι λάμπεις. Κάπως βρίσκω λόγια και σου λέω πως λάμπεις στα μάτια μου που σα θεότητα. Ο αέρας τρυπά το στομάχι μου, ξεχύνεται και γυρίζει κόκκινα ροδοπέταλα στα μαλλιά σου, στα χείλη σου, τα γκρεμίζει στο στήθος σου, χαϊδεύουνε τη κοιλιά σου, στριφογυρίζουν στην ήβη σου, στα πόδια σου πέφτουν. Το σφίξιμο από το στομάχι μου κατεβαίνει πολλαπλασιασμένο πιο χαμηλά και τώρα νιώθω εκεί να χτυπάει η καρδιά μου. Τι έγινε μου λες, έη ξύπνα, που είσαι πάλι. Ε, έχω ένα στίχο σου λέω, είναι ένας από αυτούς τους πολύ σαρκικούς που όταν τους απαγγέλω βλέπω τους ανθρώπους να αντιδρούν από τους αδένες και να μπαίνει μια γυαλάδα στα μάτια τους. Να ξεσφίγγουν το στόμα και να αφήνουν μια οπή σαν σε κρήνη. Έχεις φτιάξει τα μαλλιά σου, είσαι μπροστά από τον καθρέφτη και διαλέγεις κοσμήματα. Έχεις πάρει το μπλαζέ σοβαρό σου.  Έχω βρει τη γωνία που μπορώ να σε κοιτάω μπρος πίσω. Συσπώνται οι προσαγωγοί μου.  Μου ξεφεύγει ένας αναστεναγμός. Λέω κάτι για να το καλύψω, μιλάμε δημιουργικά για μια υποθετική ιστορία. Διορθώνω στο σημειωματάριο κάποιες λέξεις που τις επεξεργάζομαι συνδυαστικά να τρέμουν ηχητικά και να λιώνουν σε ένα αχ, να ξεψυ-η-χούνε. Είμαστε έτοιμοι. Πάμε. Κοιτάμε γύρω γύρω, παίρνουμε τα τελευταία μικροπράγματα, ανοίγω την πόρτα  κι όσο κλειδώνεις κατεβαίνω γοργά τα σκαλιά γιατί θέλω κι εγώ να κοιταχτώ στον μεγάλο καθρέπτη. Παίρνω ένα διαφημιστικό και ξεσκονίζω λίγο τη μύτη από τα  παπούτσια μου. Φτιάχνω λίγο την μπλούζα, μισή μέσα μισή έξω, στρώνω ένα τσουλούφι. Με βρίσκεις να περνάω πάλι το φουλάρι μου που έχει ανοίξει και χάσκει τόση ώρα πάνω στο δωμάτιο. Δυναμώνω λίγο το μπράτσο μου να το νιώσεις στιβαρό, σε πιάνω αγκαζέ και πάμε. Γελάμε, λέμε διάφορες βλακείες για το τι θα δούμε και πως θα μας δουν. Τι κουφό να βρούμε να πούμε να τους τελειώσουμε με μια πρόταση να μην ξαναρωτήσουν τίποτα. Σου έχει φύγει μια μουτζουρίτσα και σε σαλιώνω να στη βγάλω. Και γίνεται πάλι το στομάχι μου ένας φωταγωγός που κάποιος σαν τον σπάιντερμαν τον ανεβαίνει. Σε καμαρώνω. Θέλω να σου φάω όλο το κραγιόν, να γκαζώσω στην εθνική και να πάμε για πάρτη μας κάπου. Να σου πω εγώ πια παράσταση θα έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Οδηγώ μέσα στην κίνηση. Κάτι λέμε για τις νέες τάσεις. Τραγουδάμε τραγούδια από το ράδιο. Κάτι μου λες για κάποιον που παίζεις. Σκάω κάτω σαν καρπούζι. Δε μπορώ να ακούω. Θέλω να αλλάξω αυτή τη συζήτηση αμέσως και σου λέω κάτι σαν να τσαλακώνω στη τσέπη το προσκλητήριο και να σου δίνω κοφτά αυτιστικά την ευχή μου με το βλέμμα κάτω υπό γωνία. Ωραία λέω, αυτό ήταν ότι πρέπει για να συνέλθω, θα έχει και κόσμο εκεί που πηγαίνουμε. Παρατράβηξε και το στομάχι μου τόση ώρα.  Ξανανοίγει το τοπίο μπροστά μου, οι άνθρωποι, τα αυτοκίνητα, τα κτήρια ξανα αποκτούν χτυπητές λεπτομέρειες. Τα κοιτάζω, αδιάφορα όλα.  


( art blackout poetry )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σιωπή