Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Ω νύχτα!




Το σούρουπο είχε προχωρήσει πολύ. Έξω φαινόταν να πέφτει χιόνι, πυκνό κι αθόρυβο, στη ταράτσα. Τα δυό κεριά έδιναν ένα λίγο φως που τρίκλιζε σα μεθυσμένο. "Τη δεύτερη πράξη", της ψιθύρισε~ κι εκείνη γύρισε τις σελίδες κι άρχισε τη δεύτερη πράξη. 
Ήχος κόρνων χανόταν μακρυά. Τι να 'ταν; Μήπως το θρόισμα των φύλλων; Γιά το γλυκό κελάρυσμα της πηγής; Η νύχτα είχε ποτίσει ήδη με τη σιωπή της το δάσος και το κτήριο, και καμιά μα καμιά ικετευτική υπενθύμιση ή νουθεσία δεν μπορούσε  να νικήσει πια την εξουσία του πόθου. Το ιερό μυστικό ολοκληρώθηκε. Σβήσαν τα φώτα, το μοτίβο του θανάτου σίγασε, με ένα παράξενο, αιφνίδια ελκυόμενο ηχόχρωμα, κι η επιθυμία άρχισε με μια βιαστική ανυπομονησία, να σείει τους λευκούς της πέπλους καλωσορίζοντας με ορθάνοιχτην αγκαλιά τον αγαπημένο που 'ρχόταν στο σκοτάδι. 
Ω υπέρμετρη κι ακόρεστη αγαλλίαση της ένωσης μες το αιώνιο των πραγμάτων Επέκεινα! Από πλάνες βασανιστικές μας απαλλάσσεις, του χώρου τα δεσμά συντρίβεις και του χρόνου, τήκεις το Εσύ και το Εγώ, το Σον και Τουμόν χωνεύονται με εξαίσια ευφροσύνη. Να τα χωρίσει θα μπορούσε η κακόβουλη της μέρας οφθαλμαπάτη, μα τ' αλαζονικό της ψέμα δε δύναται πλέον να εξαπατήσει τους Θεωρούς της Νύχτας, απ' τη στιγμή που αγίασε το βλέμμα τους η δύναμη του μαγικού φίλτρου. Σ' αυτόν που του θανάτου μ' αγάπη προσέβλεψε τη νύχτα και το γλυκό της μυστικό, απ' του φωτός την τρέλα ένας και μόνο πόθος απομένει: Μιά λαχτράρα για την ιερή τη νύχτα, την αληθινή, τη λυτρωτική, την αιώνια...
Ω νύχτα, ξαπλώσου δώ, του έρωτα, τη λήθη χάρισέ τους, αυτή που λαχταρούν, με την απόλυτη ντύσ' τους ηδονή και με την ευφροσύνη σου, σώσ' τους απ' τον κόσμο του χωρισμού και της απάτης. Ιδού το τελευταίο εσβήστη φως! Σκέψη και περισυλλογή στο ιερό βουλιάξανε λυκόφως που απλώνεται λυτρωτικό πάνω απ' του κόσμου τα πάθη και τις πλάνες. 
Κι όπου σβει ωχρή η οφθαλμαπάτη, κι εκεί που σα μαγεμένα γέρνουνε τα μάτια μου, Αυτό, απ' όπου με 'ξόριζε το ψέμα της ημέρας, που με βάσανα κι απάτες πατούσε μου ατέλειωτα τον πόθο, Αυτό είμαι εγώ ο ίδιος -- της πληρώσεως θαύμα μέγα, Αυτός εγώ, ο κόσμος. -- Κι ακολούθησε το Προσέξτε, το σκοτεινό τραγούδι της Μπρανγκαίνε, εκείνη η αποθέωση των βιολιών που νους ανθρώπινος δεν βάνει.


Τόμας Μαν
Τριστάνος

(fotoart Caravaggio)

Δεν υπάρχουν σχόλια: